«Εγώ αν δεν δω στα χέρια Του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, και δεν βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά Του, δεν θα πιστέψω», ήταν η άμεση απόκριση του απόστολου Θωμά στους υπόλοιπους δέκα μαθητές, που τον βεβαιώνουν περιχαρέστατοι ότι “εωράκαμεν τον Κύριον”!

Με παιδικό αυθορμητισμό μοιράζονται αμέσως το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου τους με τον Θωμά, αλλά, μάλλον, φαίνεται ότι δεν τον πείθουν. Και προβαίνει στο αυτονόητο. Ζητάει αποδείξεις. Απαιτεί την αισθητή βεβαίωση. Δεν του αρκεί ο λόγος των αδελφών του. Έχει ανάγκη και να δει αλλά και να αγγίξει για να αποδεχθεί η λογική το υπέρλογο γεγονός.

Τι κι αν έζησε τρία χρόνια αποκαλυπτικών θαυμάτων μαζί Του; Τι κι αν άκουσε από Τον ίδιο την υπόνοια της Αναστάσεώς Του; Τι κι αν είδε τους υπόλοιπους μαθητές από τρομαγμένους, χαρούμενους να του αναγγέλλουν το γεγονός; Εκεί ο Θωμάς πεισματικά, “ου μη πιστεύσω”! Δεν θέλει να πιστέψει. Ή μάλλον δεν μπορεί να εμπιστευτεί. Δεν τον διασφαλίζει σε τίποτα η τριετής προσωπική του εμπειρία με τον Χριστό, στο γεγονός της “φημολογούμενης” Αναστάσεως Του. Δεν τον αφορά, μέχρι εκείνη την ώρα, η πληρότητα που προσφέρει η κατάργηση του θανάτου, αλλά το πως θα ικανοποιήσει τις λειτουργίες αυτές, που μπορούν να του αποδείξουν του “λόγου το ασφαλές”. Πως θα θριαμβεύσει η λογική του.

Και κάπως έτσι πέρασε στην εκκλησιαστική ορολογία να καλείται, έστω και εφήμερα, “άπιστος”. Είναι, όμως, πραγματικά άπιστος; Προκαλεί τόσο μεγάλη εντύπωση η στάση του ώστε να αξίζει αυτόν τον χαρακτηρισμό; Μπορεί ο ίδιος να βεβαιώνει ότι “δεν θα πιστέψω”, αν δεν λάβει πρωτίστως τα εχέγγυα, αλλά πραγματικά το εννοεί; Άραγε ο οποιοσδήποτε άλλος δεν θα αντιδρούσε ανάλογα, χωρίς απαραίτητα να δηλώνει “απιστία”; Ταπεινά υποψιάζομαι ότι όποιος από τους υπόλοιπους μαθητές ήταν στη θέση του το ίδιο θα αντιδρούσε. Κοινός ο παρανομαστής του φόβου, της απογοήτευσης και του πόνου που βίωναν από τον πρόσφατο μαρτυρικό θάνατο του Κυρίου τους. Πόσο εύκολα όλο αυτό ξεριζώνεται από μέσα τους; Μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν λάβει καν τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, που διεύρυνε τον πνευματικό τους ορίζοντα και καταύγασε τις υπάρξεις τους με την Χάρη του Θεού.

Και για να μικρύνω τη χρονική απόσταση, ποιος από όλους εμάς δεν θα έμπαινε στον ίδιο πειρασμό της αμφιβολίας και ενδεχομένως του χορτασμού της λογικής του; Φαντάζομαι, αν όχι όλοι, η συντριπτική πλειοψηφία των “ευσεβών χριστιανών” θα αμφισβητούσε. Γιατί η πίστη θέλει πολλή “δουλειά” για να είναι απαρασάλευτη, αν ποτέ μπορεί να γίνει κιόλας. Η πίστη είναι μια ζωντανή διαδικασία, που μπορεί, και ενδεχομένως να δικαιούται, να έχει τα “σκαμπανεβάσματά” της. Είναι ανθρώπινο, είναι θεμιτό και, γιατί όχι, είναι και ευεργετικό. Με την έννοια ότι αν κάποιος, καλοπροαίρετος πάντα και όχι αρνητικός και προκατειλημμένος, κληθεί σε δεδομένη στιγμή αμφιβολίας να αναμετρηθεί η κλονισμένη πίστη του· με την “αλήθεια” του Θεού, είναι σίγουρο ότι αργά ή γρήγορα θα επανεύρει την πίστη του και μάλιστα πιο Στερεωμένη από πριν. Δείτε την άκρως αναμενόμενη αντίδραση του Θωμά. Δεν χρειάστηκε να αγγίξει για να πιστέψει. Μπορεί να είδε, ναι. Αλλά η καρδιά του ήταν δεκτική, καθαρή, πρόσφορη της θεϊκής αποκαλύψεως. Ακόμα και να μην Τον έβλεπε, μπορεί να του Έπαιρνε λίγο χρόνο παραπάνω, τελικά πάλι θα επανερχόταν στην πρότερη καρδιακή του πίστη. Απλά σε εμάς, τους συνεχιστές αυτού του αγώνα της πίστεως, ίσως να έλλειπε η καθηλωτική του ομολογία, “Ο Κύριος μου και ο Θεός μου”, αφενός και αφετέρου ο επιπρόσθετος υπέροχος μακαρισμός του αναστημένου Ιησού, “μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες”.

Με σιγουριά και ακλόνητη πίστη,
Χριστός Ανέστη – Αληθώς Ανέστη!!!

Αρχιμανδρίτης Δαμασκηνός Χρυσολωράς

*ο π. Δαμασκηνός Χρυσολωράς είναι κληρικός της Ι.Μ. Κηφισίας

Ετικέτες: