Το δεύτερο ανάγνωσμα του Εσπερινού της γιορτής της Αναλήψεως (για το α´ ανάγνωσμα πατήστε εδώ) αποτελεί μια σύντομη εσχατολογική προφητεία που περιέχεται στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του προφήτη Ζαχαρία (14:1α, 4α, 8-11). Σύμφωνα με την προφητεία, η εποχή των εσχάτων πλησιάζει, καθώς «Έρχονται μέρες που ο Κύριος θα εκδηλώσει τη δύναμή του… Εκείνη την εποχή τα πόδια του θα πατούν πάνω στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται απέναντι στην Ιερουσαλήμ, ανατολικά …» (14:1α, 4α).

Η αναφορά του κειμένου στο Όρος των Ελαιών δεν είναι τυχαία. Η μήκους 3 περίπου χλμ κορυφογραμμή που υψώνεται στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ πέρα από τον Χείμαρρο των Κέδρων ήταν ο τόπος όπου ο βασιλιάς Σολομώντας έκτισε ιερά για διάφορες ειδωλολατρικές θεότητες (3Βα 11:5-7· πρβλ 4Βα 23:13). Από τον ίδιο, λοιπόν, τόπο, όπου εκδηλώθηκε η αποστασία του Ισραήλ από τον Θεό, ο Θεός θα παρέμβει και πάλι για την αποκατάσταση των σχέσεών του με τον λαό του. Την εκδήλωση της δύναμης του Θεού περιγράφει ο προφήτης σαν τρεχούμενα νερά που θα πηγάζουν από την Ιερουσαλήμ και θα διαχέονται σε ολόκληρη τη γη, χωρίς η ροή τους να ανακόπτεται από την εναλλαγή των εποχών.

Σ’ αυτήν την περιγραφή στηρίζεται η σύνδεση της προφητείας με τη γιορτή, καθώς στην τελευταία πράξη της επίγειας δράσης του Ιησού Χριστού βλέπει η Εκκλησία και την έναρξη της εποχής των εσχάτων. Πάνω στο Όρος των Ελαιών, στο σημείο από όπου αναλήφθηκε ο Χριστός, θα πατήσουν και πάλι τα πόδια του, για να εκδηλώσει τη δύναμή του, εγκαθιδρύοντας την παγκόσμια βασιλεία του. Η αδιάκοπη ροή των υδάτων προς τα ανατολικά και προς τα δυτικά, για την οποία γίνεται λόγος στην προφητεία, κατανοήθηκε ως πρόρρηση της έναρξης της διάδοσης του ευαγγελίου, που ξεκινάει από την Ιερουσαλήμ αμέσως μετά την ανάληψη του Χριστού και φτάνει ως τα πέρατα της οικουμένης.

Ο προφήτης Ζαχαρίας, τα οράματα και τις προφητείες του οποίου περιέχει το φερώνυμο βιβλίο, έδρασε στην περσική επαρχία της Ιουδαίας κατά την εποχή που βασιλιάς των Περσών ήταν ο Δαρείος Α΄ (521 – 486 π.Χ.). Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία οι Ιουδαίοι αγωνίζονται να οργανωθούν μετά την περιπέτεια της βαβυλώνιας αιχμαλωσίας με κέντρο τον ναό της Ιερουσαλήμ. Ο βασιλιάς των Περσών Κύρος είχε επιτρέψει στους Ιουδαίους να επιστρέψουν από τη Μεσοποταμία στην Ιερουσαλήμ και να ξαναχτίσουν τον ναό της (538 π.Χ.), αλλά οι εργασίες ανοικοδόμησης, παρά τον ενθουσιασμό των πρώτων ημερών, διακόπηκαν για οικονομικούς λόγους και εξαιτίας της αντίδρασης των Σαμαρειτών. Κατά την περίοδο του Δαρείου Α΄ κατέφθασαν στην Ιερουσαλήμ επικεφαλής σημαντικού αριθμού εξορίστων ο Ζοροβάβελ ως πολιτικός διοικητής της επαρχίας της Ιουδαίας και ο Ιησούς ως αρχιερέας της πόλης. Παρά τις αντίξοες περιστάσεις, οι εργασίες αποπεράτωσης του ναού ξεκίνησαν το 520 π.Χ. και το 516 π.Χ. έγιναν τα εγκαίνια του λεγόμενου “Δεύτερου Ναού”.

Σε τούτη την καθοριστική για το μέλλον του λαού του Θεού περίοδο εμφανίζονται οι προφήτες Αγγαίος και Ζαχαρίας, για να ενισχύσουν με το κήρυγμά τους τον πολιτικό διοικητή Ζοροβάβελ, τον αρχιερέα Ιησού και τον λαό, ώστε να ξαναρχίσουν οι εργασίες ανοικοδόμησης του ναού της Ιερουσαλήμ. Σ’ αυτό το θέμα είναι αφιερωμένο το πρώτο μέρος του έργου (κεφ 1 – 8), ενώ στο δεύτερο (κεφ 9 – 11) περιέχεται μια συλλογή προφητειών με κύριο θέμα τον αναμενόμενο Μεσσία, ο οποίος εικονίζεται ως θριαμβευτής και ταυτόχρονα ειρηνικός βασιλιάς αλλά και ταπεινός ποιμένας. Στο τρίτο, τέλος, μέρος (κεφ 12 – 14), στο οποίο περιλαμβάνεται και η παραπάνω προφητεία περιγράφονται με αποκαλυπτική ορολογία οι δοκιμασίες αλλά και την ανάδειξη της εσχατολογικής Ιερουσαλήμ σε κέντρο του κόσμου.

Η αποκαλυπτική ορολογία που χρησιμοποιεί ο προφήτης του επιτρέπει να υπερβαίνει τα όρια του χρόνου και του τόπου, και να οραματίζεται μια εντελώς καινούργια εποχή και μια εντελώς διαφορετική μορφολογία της περιοχής. Η Ιερουσαλήμ δεν είναι πια ένας ξερός βράχος που περιβάλλεται από λόφους ψηλότερους από αυτόν, αλλά «θα εξυψωθεί, παραμένοντας στον ίδιο τόπο, από την Πύλη Βενιαμίν ως την περιοχή της Παλιάς Πύλης, στην Πύλη των Γωνιών, και από τον Πύργο Αναμεήλ ως τα βασιλικά πατητήρια» (14:10β). Από αυτήν την υπερυψωμένη Ιερουσαλήμ, όπου ο Θεός θα έχει εγκατασταθεί ως παγκόσμιος βασιλιάς (14:9), η θεία ευλογία διαχέεται «σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας και της ερήμου, από τη Γαβέ ώς τη Ρεμμών, νότια της Ιερουσαλήμ» (14:10α), σαν αστείρευτο ποτάμι. Η παρομοίωση της θείας ευλογίας με ύδατα που διαχέονται παντού αποτελεί κοινό τόπο αρκετών προφητικών οραμάτων της περιόδου, όπως στο Ιεζ 47:1-12 και στο Ιωη 4:18. Η εγκατάσταση του Θεού ως βασιλιά στην Ιερουσαλήμ προϋποθέτει αποκατάσταση των σχέσεών του με τον λαό του, οι οποίες είχαν κλονιστεί πριν από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία και κατά τη διάρκειά της.

Η αποκατάσταση αυτή δηλώνεται παραστατικά στην προφητεία με την περιγραφή των ορίων της Ιερουσαλήμ και της χώρας. Η Πύλη Βενιαμίν, η Παλιά Πύλη και ο Πύργος Αναμεήλ βρίσκονταν πιθανότατα στο βορειοανατολικό τμήμα των τειχών της πόλης, ενώ η Πύλη της Γωνίας στο τέλος του βορειοδυτικού. Τα βασιλικά αμπέλια βρίσκονταν νότια της πόλης. Έτσι, η Ιερουσαλήμ εμφανίζεται να ανακτά την παλιά της έκταση. Επίσης η Γαβέ (9χλμ. περίπου ΒΑ της Ιερουσαλήμ) και η Ρεμμών (50 χλμ. ΝΔ), αποτελούσαν τα όρια του βασιλείου του Ιούδα κατά την περίοδο πριν από τη βαβυλωνιακή κατάκτηση. Όμως η αποκατάσταση των σχέσεων του Θεού με τον λαό του δεν θα σημάνει μόνον την ανάκτηση των παλιών εδαφών αλλά όλος ο λαός ενωμένος από τη μια άκρη της χώρας ως την άλλη, θα αναγνωρίσει πλέον τη μοναδικότητα του Θεού και θα προσφέρει λατρεία σ’ αυτόν. Αυτή η ενότητα του λαού αντικατοπτρίζει τη μοναδικότητα του Θεού, η αναγνώριση της οποίας με τη σειρά της θα σημάνει και το τέλος της κυριαρχίας του κακού στον κόσμο. Έτσι, ο προφήτης μπορεί να ολοκληρώσει το όραμά του για το μέλλον του λαού του με τη διαβεβαίωση: «Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, που θα εγκατασταθούν σ’ αυτήν, δεν θα απειλούνται πια από καμιά κατάρα και θα νιώθουν ασφαλείς» (14:11).

Όμως το όραμα του προφήτη για το μέλλον του λαού του δεν θα πραγματοποιηθεί αυτόματα. Η προφητεία αποκαλύπτει το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο, αλλά δεν το επιβάλει. Προσφέρει ελπίδα, προοπτικές, γίνεται πηγή έμπνευσης, αλλά απαιτεί διαρκή αγώνα και συνεργασία του ανθρώπου με τον Θεό για να καταστεί πραγματικότητα. Η ανάληψη του Χριστού σηματοδοτεί την έναρξη της εποχής των εσχάτων, η ολοκλήρωσή τους όμως προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή των ανθρώπων. Όπως ακριβώς στην προφητεία του Ζαχαρία η ενότητα του λαού αντικατοπτρίζει τη μοναδικότητα του Θεού, έτσι και η ενότητα του νέου Ισραήλ, της Εκκλησίας, στηρίζεται στην πίστη ότι υπάρχει «ένας Θεός και Πατέρας όλων, που κυριαρχεί σε όλους, ενεργεί μέσα απ’ όλους και κατοικεί σε όλους» (Εφε 4:6).

Ο Θεός προσφέρει στην ανθρωπότητα ως δώρο τη συμφιλίωση, που επιτυγχάνεται με τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού και την ίδρυση της Εκκλησίας, του νέου λαού του Θεού, ο οποίος συνέχεται και συγκροτείται από το Άγιο Πνεύμα. Η ενότητα της Εκκλησίας είναι αντανάκλαση του δώρου της συμφιλίωσης που ο Θεός έκανε με τον Χριστό στην ανθρωπότητα. Η εμπειρία όμως της χάρης του Θεού που οδηγεί τον πιστό στην αναγνώριση της μοναδικότητας του Θεού τον εντάσσει στον ευρύτερο στόχο να εργαστεί για την επίτευξη της ενότητας του κόσμου. Παρ’ όλο που η Εκκλησία περιγράφεται ως “σώμα Χριστού”, η ενότητά της είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη και όχι ένα συντελεσμένο γεγονός. Τα μέλη, επομένως, του σώματος οφείλουν να εργαστούν προς την κατεύθυνση της ομοίωσής τους με τον Χριστό, ο οποίος αποτελεί το μέτρο της τελειότητας (Εφε 4:13-15), ώστε η Εκκλησία ως σώμα του Χριστού να φτάσει στην ωριμότητα. Η ενότητα της Εκκλησίας, κατά συνέπεια, περνάει πλέον στην ευθύνη των μελών της.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: