«Εκείνες τις μέρες, καθώς μεγάλωνε ο αριθμός των μαθητών, άρχισαν να παραπονιούνται οι ελληνόφωνοι πιστοί εναντίον των εβραιοφώνων, ότι στην καθημερινή διανομή των τροφίμων δεν φρόντιζαν τις ελληνόφωνες χήρες όσο έπρεπε. Τότε οι δώδεκα απόστολοι σύναξαν όλους τους μαθητές και τους είπαν: ‘Δεν είναι σωστό εμείς ν’ αφήσουμε το κήρυγμα του λόγου του Θεού και να ασχολούμαστε με διανομές τροφίμων. Φροντίστε, λοιπόν, αδελφοί, να εκλέξετε απ’ ανάμεσά σας εφτά άντρες με καλή φήμη, γεμάτους από τη σοφία του Αγίου Πνεύματος. Θα ορίσουμε αυτούς να κάνουν αυτό το έργο, κι εμείς θα αφιερωθούμε αποκλειστικά στην προσευχή και στο έργο του κηρύγματος’. Μ’ αυτά τα λόγια συμφώνησε όλη η κοινότητα. ‘Ετσι διάλεξαν τον Στέφανο, άνθρωπο γεμάτο πίστη και ‘Αγιο Πνεύμα· επίσης τον Φίλιππο, τον Πρόχορο, τον Νικάνορα, τον Τίμωνα, τον Παρμενά και τον Νικόλαο από την Αντιόχεια, ο οποίος προηγουμένως είχε προσχωρήσει στον Ιουδαϊσμό. Η κοινότητα τούς έφερε μπροστά στους αποστόλους, οι οποίοι προσευχήθηκαν κι έβαλαν τα χέρια πάνω στα κεφάλια αυτών των εφτά. Στο μεταξύ ο λόγος του Θεού είχε μεγάλη διάδοση. Ο αριθμός των μαθητών στην Ιερουσαλήμ μεγάλωνε πολύ. Ακόμη και πάρα πολλοί Ιουδαίοι αποδέχονταν την πίστη» (Πράξ.6, 1-7).

Το ανάγνωσμα αυτό από τις Πράξεις των Αποστόλων, από τις οποίες αντλεί η Εκκλησία μας τα αποστολικά αναγνώσματα κατά την περίοδο του Πεντηκοσταρίου παράλληλα με τα ευαγγελικά αναγνώσματα από το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, παρουσιάζει μια πρώτη δυσκολία εσωτερική που παρουσιάστηκε στην πρώτη Εκκλησία κατά τα πρώτα βήματά της. Η Εκκλησία αποτελέστηκε από Ελληνιστές, δηλ. από Ιουδαίους της Διασποράς που είχαν ως μητρική γλώσσα την Ελληνική και διέμεναν στην Ιερουσαλήμ και από Εβραίους, αυτόχθονες δηλ. πρώην Ιουδαίους που μητρική τους γλώσσα ήταν τα Εβραϊκά, ακριβέστερα τα Αραμαϊκά, γλώσσα που επικρατούσε όχι μόνο στην Παλαιστίνη αλλά και σε όλη την περιοχή που υπαγόταν στην κυριαρχία του Πέρση βασιλιά Κύρου.

Εμμέσως συνάγεται από το ανάγνωσμα ότι, όπως ήταν φυσικό, ο αριθμός των αυτόχθονων Εβραιόφωνων ήταν μεγαλύτερος και έτσι επέβαλαν ορισμένες προτιμήσεις των στα καθημερινά συσσίτια, με αποτέλεσμα να διαμαρτύρονται οι χήρες των Ελληνιστών ότι παραθεωρούνται και αδικούνται στη διανομή των τροφών. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η Εκκλησία στα πρώτα βήματά της, όπως άλλωστε και στη συνέχεια της ζωής της ανά τους αιώνες, δεν αποτελούνταν από αγγέλους ή αγίους, αλλά από συνηθισμένους ανθρώπους με τις ατέλειες και τα ελαττώματά τους που μέσα στην Εκκλησία και με τα μέσα που διέθετε η Εκκλησία προσπαθούσαν να επιτύχουν την τελειοποίησή τους και την αγιότητα.

Μόλις έγινε γνωστό το παράπονο των συτιζομένων χηρών – για τις υλικές ανάγκες των οποίων τόσο στον Ιουδαϊσμό όσο και στη χριστιανική Εκκλησία υπήρχε ιδιαίτερη φροντίδα – αμέσως οι δώδεκα Απόστολοι συγκάλεσαν όλους τους πιστούς, που καθημερινά αυξανόταν ο αριθμός τους, και ζήτησαν να επιλέξουν επτά άνδρες για τη διακονία των τραπεζών, ώστε οι ίδιοι οι Απόστολοι να ασχοληθούν απερίσπαστοι με την προσευχή, δηλ. με τη λατρεία, και την ιεραποστολική διάδοση του λόγου του Θεού.

Ευθύς εξαρχής κάνει εντύπωση ότι οι Απόστολοι που είχαν την εξουσία ως πρώτοι διάδοχοι του Χριστού δεν αποφασίζουν και δεν εκλέγουν οι ίδιοι τους επτά διακόνους αλλά απευθύνονται, με τρόπο «δημοκρατικό» θα λέγαμε με σύγχρονους πολιτικούς όρους, στο σύνολο των πιστών, οι οποίοι προβάλλουν (με τρόπο που δεν μας διευκρινίζει ο ι. συγγραφέας) επτά άνδρες με καλή φήμη και γεμάτους από τη σοφία του Αγίου Πνεύματος, – επτά ίσως γιατί ο αριθμός ήταν ιερός ή ίσως για το ότι από επταμελές συμβούλιο διοικούνταν οι τοπικές ιουδαϊκές κοινότητες – για τους οποίους αφού πρώτα προσευχήθηκαν οι Απόστολοι τους μετέδωσαν διά χειροθεσίας τη χάρη του αξιώματος, όπως ξέρουμε ότι γινόταν στην Παλαιά Διαθήκη (βλ.Αριθμ. 27,18 όπου με τον τρόπο αυτό ο Μωυσής ορίζει διάδοχό του τον Ιησού γιό του Ναυή) αλλά και στην Εκκλησία (βλ.Πράξ,13,3 . 14,23 κ. ά.).

Οι επτά ονομάστηκαν διάκονοι, όχι γιατί πήραν τον πρώτο βαθμό της ιερωσύνης κατά την μετέπειτα ορολογία της Εκκλησίας αλλά γιατί θα διακονούσαν στα τραπέζια, δηλ. στα συσσίτια της πρώτης Εκκλησίας. Τα ονόματά τους, όλα Ελληνικά, ήταν τα ακόλουθα: Στέφανος, που συνοδευόταν από τον χαρακτηρισμό «άνθρωπος γεμάτος πίστη και Άγιο Πνεύμα» και υπήρξε ο πρώτος μάρτυρας της Εκκλησίας, Φίλιππος που αργότερα επιτέλεσε και έργο ευαγγελιστού (Πράξ,8,4εξ.), Πρόχορος που κατά την παράδοση διετέλεσε γραφέας του Ευαγγελιστή Ιωάννη, Νικάνωρ, Τίμων, Παρμενάς και Νικόλαος από την Αντιόχεια, ο οποίος πριν γίνει χριστιανός ήταν προσήλυτος από την ειδωλολατρία στον Ιουδαϊσμό.

Το ότι οι Απόστολοι ασχολούνταν με την προσευχή κατά τη λατρεία και τη διάδοση του λόγου του θεού, ενώ οι επτά διάκονοι με τη διανομή τροφίμων στους ενδεείς δεν σημαίνει ότι το έργο των δευτέρων ήταν υποδεέστερο. Βέβαια η επέκταση του λόγου του Θεού σ’ ολόκληρο τον κόσμο ήταν βασική και ουσιώδης αποστολή της Εκκλησίας. Παράλληλα στη διάρκεια της πορείας της μέσα στον κόσμο και η κάλυψη των υλικών αναγκών δεν έπαυσε να αποτελεί μέλημά της. Ιδιαίτερα μάλιστα σήμερα που ένεκα της οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσεως η παροχή τροφής δια των συσσιτίων ή προσφοράς δεμάτων με τα αναγκαία είδη κλπ. η Εκκλησία φροντίζει όχι μόνο για τα μέλη της αλλά για κάθε άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια ανεξάρτητα από χώρα προελεύσεώς του, θρησκείας ή γλώσσας, χωρίς να παραγνωρίζει βέβαια ότι το κύριο έργο της είναι η διάδοση του κηρύγματος του Ευαγγελίου προς όλον τον κόσμο.

Ο Αναστημένος Χριστός που εορτάζει σε όλην αυτή την περίοδο η Εκκλησία αλλά και κάθε Κυριακή και που το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας από το Ευαγγέλιο του Μάρκου (15,43-16,8) κάνει λόγο για την επίσκεψη των μυροφόρων γυναικών στον τάφο του Ιησού, όπου ένας άγγελος με τη μορφή νεανίσκου με λευκή στολή τους αναγγέλλει ότι ο Ιησούς ο Εσταυρωμένος «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε», λίγο μετά το σημερινό ανάγνωσμα, προς το τέλος του ευαγγελίου δίνει εντολή στους μαθητές του: «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μάρκ.16, 15).

Tagged: