ORTHODOXIA.INFO | π. Βασίλειος Καλλιακμάνης* Τό ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας δέν ἀπασχόλησε τήν ἀκαδημαϊκή θεολογική σκέψη γενικότερα (ἐκτός ἐλάχιστων ἐξαιρέσεων), οὔτε ἦταν καί ἐντός των δικῶν μου ἐρευνητικῶν ἐνδιαφερόντων. Κι αὐτό, διότι ἤθελα νά βλέπω τήν Ἐκκλησία πέρα καί πάνω ἀπό τά ὅρια μιᾶς μή κυβερνητικῆς ὀργάνωσης ἤ μιᾶς μικρῆς ἤ μεγάλης ἐπιχείρησης. Ἐξάλλου, οἱ κληρικοί, σύμφωνα μέ τούς ἱερούς κανόνες, δέν ἐπιτρέπεται νά ἀσχολοῦνται μέ τό ἐμπόριο. Πράγματι, ἐάν ἡ Ἐκκλησία χάσει τόν ἐσχατολογικό της προσανατολισμό, κινδυνεύει νά μετασχηματισθεῖ σέ ἐγκόσμιο κοινωνικό ὀργανισμό. Ἀπό χῶρος φανερώσεως χάριτος καί ἁγιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων, κινδυνεύει νά μεταβληθεῖ μόνο σέ χῶρο ἐξυπηρέτησης θρησκευτικῶν, ἀλλά καί πάσης φύσεως ἀνθρώπινων ἀναγκῶν. Ἀπό εἰκόνα καί σημάδι τοῦ παραδείσου καί χῶρος δράσεως τοῦ Παρακλήτου, τό ὁποῖο συγκροτεῖ τό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, νά μετατραπεῖ σέ συμβατική δημόσια ὑπηρεσία.

Αὐτή ὅμως ἡ θεώρηση ἐνδέχεται νά εἶναι μονομερής, ἀφοῦ μπορεῖ νά ὑποκρύπτει καί μανιχαϊστικά στοιχεῖα. Διότι, ἡ Ἐκκλησία καί ὡς ἀνθρώπινος ὀργανισμός πού δραστηριοποιεῖται ἐντός του κόσμου, προσλαμβάνει, ἐκκλησιοποιεῖ καί μεταμορφώνει τή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί τά πράγματα τοῦ κόσμου. Ἔτσι, πρέπει νά οἰκοδομήσει, νά συντηρήσει καί νά ἀνακαινίσει ἱερούς ναούς, ὅπου συνάγεται ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ ναοί αὐτοί ἀποτελοῦν κατεξοχήν πνευματικά καί πολιτιστικά κέντρα. Χρειάζεται ἐπίσης νά ἀπασχολήσει προσωπικό, νά τό ἀσφαλίσει καί παράλληλα νά φανερώσει ἔστω ἀμυδρά, ἀλλά ἐμπειρικά τό πρόσωπο τῆς ἔμπονης ἀγάπης, πού ἀποτελεῖ κεντρικό εὐαγγελικό μήνυμα. Ὁπότε τό ζήτημα εἶναι πιό σύνθετο, ἀπό ὅτι φαίνεται. Ἐξάλλου, ὅπως σέ ὅλα τά σύγχρονα θέματα συχνά στή δημόσια σφαῖρα χάνεται κι ἐδῶ τό μέτρο μέ τήν ἀριστοτελική του ἐκδοχή.

Γιά νά ἔχει ὁ ἀναγνώστης πληρέστερη εἰκόνα γιά τό θέμα, θά ἤθελα νά ἀναφέρω ὁρισμένα ἱστορικά δεδομένα, ἀρχίζοντας ἀπό τούς Προγραμματικούς Στόχους τῆς Συμμαχίας τῶν πέντε κομμάτων τῆς Ἀριστερᾶς, δηλαδή τῆς ΕΔΑ, τοῦ ΚΚΕ ἐσωτερικοῦ, τῆς Σοσιαλιστικῆς Πρωτοβουλίας, τῆς Σοσιαλιστικῆς Πορείας καί τῆς Χριστιανικῆς Δημοκρατίας, πού δημοσιεύτηκε τό 1977.

Στό κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Πολιτικῆς ἀναφέρονται τά ἑξῆς: «Σέ θέματα οἰκονομικά θά ὑπάρχει συνεργασία μέ τήν Πολιτεία, μέ στόχο τή σταδιακή ἀπαλλαγή τῆς Διοικούσας Ἐκκλησίας ἀπό οἰκονομικές διαχειρίσεις καί τήν ἀποκλειστική ἀφοσίωσή της στό ἔργο τῆς «διακονίας τοῦ λόγου». Οἱ βιοτικές ἀνάγκες τοῦ κλήρου ἤ τυχόν ἄλλες ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας θά καλύπτονται ἐξ’ ὁλοκλήρου ἀπό τόν κρατικό προϋπολογισμό». Οἱ θέσεις αὐτές ὀφείλονται προφανῶς στίς ζυμώσεις πού γίνονταν τότε μέ τή συμμετοχή τῆς Χριστιανικῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία εἶχε πάντοτε ἀνοιχτό δίαυλο μέ τήν ἀριστερά. Ἀλλά ἴσως κι ἐδῶ δέν ἀποφεύγεται ὁ μανιχαϊσμός, ἀφοῦ μᾶλλον ὑπονοεῖται ὅτι, «ἐσεῖς θά ἀσχολεῖσθε μέ τά πνευματικά ζητήματα (κληρικοί), κι ἐμεῖς μέ τά οἰκονομικά σας (πολιτικοί)!».

Οἱ διαστάσεις τοῦ θέματος

Πρίν ὅμως προχωρήσουμε στήν παράθεση καί ἄλλων στοιχείων τῶν νεώτερων χρόνων, εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀπαντηθοῦν τά παρακάτω ἐρωτήματα: Ποιά εἶναι ἡ θεολογική διάσταση τοῦ θέματος; Πῶς ἀποκτήθηκε ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία καί πῶς ἀντιμετώπισε τό θέμα ἡ ἑλληνική Πολιτεία; Οἱ κληρικοί εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἤ ὄχι; Πῶς αἰτιολογεῖται ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου ἀπό τό κράτος; Μήπως οἱ κληρικοί ἐπιστρέφουν πίσω στό κοινωνικό σύνολο ὡς ὑπεραξία, ὅσα εἰσπράττουν;

Θεολογική διάσταση

Ὁρισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία σώζει τόν κόσμο «μέ αὐτό πού εἶναι» κι ὄχι «μέ αὐτό πού κάνει». Ἡ θέση αὐτή εἶναι καταρχήν ὀρθή, ἀρκεῖ νά μήν αὐτονομεῖται. Διότι ἔχει μεγάλη σημασία καί «αὐτό πού κάνει». Ἀπό τό ἄλλο μέρος δημοσιογράφοι καί σχολιαστές τῆς σύγχρονης κοινωνικῆς πραγματικότητας βλέπουν τήν Ἐκκλησία ὡς κοσμική κοινωνική ὀργάνωση ἀναζητώντας καί ἀναγνωρίζοντας σέ αὐτή μόνο το κοινωνικό ἔργο, παραβλέποντας προφανῶς ὅτι τό πνευματικό καί μυστηριακό της ἔργο ἔχει κοινωνικές διαστάσεις.

Στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια ὑπῆρξε προβληματισμός σχετικά μέ τήν προτεραιότητα ἤ μή τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος, πού συνοψίζεται στήν ἀγάπη πρός τό Θεό καί τό συνάνθρωπο, ἔναντι της ἀνάπτυξης κοινωνικοῦ ἔργου, στό πλαίσιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας τῶν Ἱεροσολύμων. Τελικά ἐξελέγησαν οἱ ἑπτά διάκονοι γιά τό ἔργο αὐτό, ἀφήνοντας ἀπερίσπαστους τούς δώδεκα ἀποστόλους στήν προσευχή καί τή διακονία τοῦ λόγου. Ἐδῶ δίδεται προτεραιότητα στή διδαχή, ἐνῶ ἡ ἐνασχόληση μέ τήν κοινωνική προσφορά ἀκολουθεῖ. Ὅμως, οἱ ἐκλεγμένοι διάκονοι δέν εἶναι τυχαῖοι ἄνθρωποι, ἀλλά «πλήρεις Ἁγίου Πνεύματος καί σοφίας». Κι αὐτή ἡ προϋπόθεση τούς καθιστά ἱκανούς νά διαχειρίζονται δίκαια τά οἰκονομικά καί κοινωνικά ζητήματα τῆς κοινότητας. Ἀντίστοιχα, ἡ διακονία πού τούς ἀνατίθεται δέν θεωρεῖται ὑποδεέστερη καί δευτερεύουσα, ἀλλά λογίζεται ὡς μιά σημαντική καί βασική λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας.

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καί μέ τήν ἀναγνώριση στίς χριστιανικές κοινότητες, ἀκόμη καί ἀπό ρωμαίους Αὐτοκράτορες ὅπως ὁ Σεβῆρος, νά διαθέτουν συλλογική ἰδιοκτησία γιά τίς ἀνάγκες τους, θεμελιώθηκε ἡ ἀντίληψη περί ἱερῶν κτημάτων καί πραγμάτων. Κύριος ὑπεύθυνος γιά τή διαχείρισή τους ἔγινε ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς βοηθό τόν «οἰκονόμο», «ὥστε μή ἀμάρτυρον εἶναι τήν οἰκονομίαν τῆς ἐκκλησίας, καί ἐκ τούτου σκορπίζεσθαι τά τῆς ἐκκλησίας πράγματα, καί λοιδορίαν τή ἱερωσύνη προστρίβεσθαι» .

Ἀκόμη, στήν πατερική παράδοση γίνεται ἔντονη κριτική τοῦ ἔντοκου δανεισμοῦ, καταγγέλλεται ὡς αἰτία οἰκονομικῆς ἐξαθλίωσης ἡ βαριά φορολογία καί ἡ τοκογλυφία, καί ἀπαγορεύεται στούς κληρικούς νά ἀποδέχονται χορηγίες γιά τίς ἀνάγκες τῆς ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπό ἐκμετάλλευση καί ἀδικία.

Τρόποι ἀπόκτησης τῆς περιουσίας

Ἡ χρησικτησία, ποῦ ἀφορᾶ τήν καλλιέργεια καί χρήση κτημάτων πάνω ἀπό 40 χρόνια, ἀποτελεῖ πάγια πρακτική ἀναγνώρισης κυριότητας. Γιά τούς ἰδιῶτες τό διάστημα ἦταν μικρότερο.

Τά μοναστήρια ἀπέκτησαν περιουσία καί ἀπό τήν ἐργασία τῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκτός ἀπό τήν καλλιέργεια τῆς γῆς κατασκεύαζαν πλῆθος ἐργοχείρων καί τά πωλοῦσαν γιά τή συντήρησή τους.

Ἐπίσης σημαντικό μέρος τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ὀφείλεται καί σέ δωρεές ἀκινήτων ἀλλά καί χρημάτων, ἀφοῦ μέ τήν εὐθύνη τῶν μοναστηριῶν συντηροῦνταν σχολεῖα, συγκροτοῦνταν βιβλιοθῆκες καί φυλάσσονταν κειμήλια μεγάλης ἀξίας. Οἱ δωρητές προέρχονταν ἀπό ὅλες τίς τάξεις τῆς κοινωνικῆς ζωής . Βυζαντινοί αὐτοκράτορες καί μέλη τῶν οἰκογενειῶν τους, ἡγεμόνες, κληρικοί ὅλων των βαθμῶν ἀλλά καί ἁπλοί χριστιανοί προσέφεραν διάφορες δωρεές.

Ἄλλη πηγή ἀπόκτησης τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἦταν καί εἶναι ἡ προσωπική ἰδιοκτησία τῶν μοναχῶν, τήν ὁποία μετά τήν κουρά τους συνήθως διαθέτουν στό μοναστήρι. Μέ τόν ἴδιο τρόπο τά μοναστήρια κληρονομοῦν τήν περιουσία πλήθους μοναχῶν πού ἐγκαταβιώνουν σ’ αὐτά. Μαρτυροῦνται ἀκόμη ἀγοραπωλησίες γιά ἀπόκτηση καλλιεργήσιμης γῆς, ἐργαστηρίων, μύλων κ.λπ. Νά ἀναφερθεῖ ἀκόμη, ὅτι πολλοί ὑπόδουλοι κατά τήν Τουρκοκρατία ἀφιέρωναν ἐθελουσίως τίς περιουσίες τους σέ ἐκκλησιαστικές κοινότητες, ναούς καί μοναστήρια καί ἀντίστοιχα οἱ Ὀθωμανικές ἀρχές τά ἀναγνώριζαν ὡς βακούφια , δηλαδή ὡς Κοινωφελῆ Ἱδρύματα.

Ἄραγε αὐτό ἀποτελεῖ λόγο ἀφαίρεσής τους ἀπό τήν Ἐκκλησία κατά τήν Ἀπελευθέρωση; Ποιός θά μποροῦσε νά διερμηνεύσει τήν ἐπιθυμία τῶν δωρητῶν; Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία γιά ποιόν ἀξιοποιεῖ τήν περιουσία, γιά τόν ἑαυτό της ἤ γιά τό κοινωνικό σύνολο, τό λαό τοῦ Θεοῦ;

Συνεχίζεται…

*Ο πατήρ Βασίλειος Καλλιακμάνης είναι καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Tagged: