Κατά κοινή ομολογία, η ένταση της πανδημίας, την οποία ζήσαμε τους προηγούμενους μήνες, άφησε βαθιά σημάδια στο σώμα της Εκκλησίας. Από τη μια μεριά η στέρηση του εκκλησιασμού και οι ακραίες φωνές που ακούστηκαν εναντίον των αποφάσεων των Επισκόπων μας, αλλά και ο αφιλάνθρωπος παραλογισμός του ότι κανείς δεν μπορεί να κολλήσει ιό μέσα στους ναούς, από την άλλη η επιλογή κάποιων ιερέων να επιτρέψουν, ως μη όφειλαν, επιλεκτικά τον εκκλησιασμό σε φίλους και γνωστούς και βέβαια όσα ακούγονται και συζητιούνται για το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, είναι φυσικό να προκαλούν αναστάτωση, αμφιβολίες και σκέψεις στη συντριπτική πλειοψηφία των πιστών.

Στο ταραγμένο αυτό περιβάλλον, νομίζω ότι η πίστη στον Χριστό και η παραμονή εντός εκκλησιαστικών πλαισίων – αφού εκτός Εκκλησίας, μη γελιόμαστε, δεν υπάρχει σωτηρία – αποτελούν τους ασφαλέστερους φρουρούς της ψυχής μας, τους καλύτερους πλοηγούς της πορείας μας στη ζωή αυτή. Με προσοχή όπου χρειάζεται, με προφύλαξη και τήρηση των μέσων υγιεινής όπου επιβάλλεται, αλλά και με προσωπική συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό, μέσα από την εκκλησιαστική τελετουργική και λειτουργική ζωή.

Και βέβαια προκύπτει αμέσως η απορία αν αυτός ο συνδυασμός είναι εφικτός. Νομίζω ότι είναι αν δούμε την ζωή μας στα πλαίσια εκείνα που η εκκλησιαστική μας παράδοση διδάσκει: αφιερωμένη στον Χριστό, αλλά και με την λογική χρήση των επιστημονικών κατακτήσεων. Ίσως δημιουργείται η απορία αν αυτό είναι εφικτό. Πιστεύω πως είναι, αν αποβάλουμε μεσαιωνισμούς και την τάση να προσπαθούμε να αναγκάσουμε τον Θεό να θαυματουργήσει όχι για την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου, αλλά για να βρεθεί έρεισμα για την υπέρβαση της δυσπιστίας που αρκετούς βασανίζει ενδόμυχα, χωρίς να τολμούν να την εξωτερικεύσουν. Ποιος άλλωστε δεν θα πίστευε ακράδαντα σε ένα Θεό που θα θαυματουργούσε απροκάλυπτα; Έτσι όμως δεν εκδηλώνουμε την πίστη μας, αλλά προσπαθούμε πλαγίως να καλύψουμε την απιστία μας. Θα δώσω ορισμένα παραδείγματα.

Κακώς, κατά την άποψή μου, έχει ανοίξει η συζήτηση για τη θεία κοινωνία και τους τρόπους μετάδοσής της – που στην ουσία αφορά το τι στην πραγματικότητα κοινωνούμε και όχι το πώς – με τη συμμετοχή και κληρικών. Η προσέλευσή μας στην μετάληψη στηρίζεται στην πίστη, και η έννοια της πίστης είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από την έννοια των αποδείξεων. Ό,τι αποδεικνύεται δεν το πιστεύω, το παραδέχομαι. Πιστεύω αυτό που δεν βλέπω, αλλά η καρδιά μου με οδηγεί σε αυτό. Προσερχόμενοι δε στην θεία ευχαριστία και κοινωνώντας από το κοινό ποτήριο της ζωής, την πίστη μας αυτή ομολογούμε.

Άρα, κακώς μπαίνουμε στη συζήτηση των αποδείξεων. Γιατί αφενός μεν τίποτε σχετικό δεν μπορεί να αποδειχθεί, αφετέρου δε, αυτός που θα προσερχόταν να κοινωνήσει έχοντας λογικά και με αποδείξεις πειστεί για το ότι δεν θα κολλούσε ιούς κοινωνώντας θα έμοιαζε με εκείνον που – κατά τον απόστολο Παύλο – θα «ψώμιζε» τα υπάρχοντά του και θα «παρέδιδε» το σώμα του να καεί, χωρίς αγάπη. Ο απόστολος είναι σαφής: αν ενεργήσω έτσι «ουδέν ωφελούμαι». Δεν θα κοινωνήσω λοιπόν γιατί έχω αποδείξεις ότι δήθεν δεν θα μολυνθώ. Θα κοινωνήσω παραδίδοντας τον εαυτό μου και τη ζωή μου «Χριστώ τω Θεώ», αναγνωρίζοντάς Τον ως Κύριο της ζωής και του θανάτου. Στα πλαίσια αυτά η συζήτηση περί αποδείξεων περιττεύει, νόημα έχει μόνο η έκθεση του βιώματος και της εμπειρίας της Εκκλησίας.

Από την άλλη πλευρά, η περίσταση είναι τέτοια, που δεν υπάρχει χώρος για διαφωνίες και διαιρέσεις. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μαλώνουμε και να αυτοανακηρυσσόμαστε κριτές των άλλων, οι χριστιανοί. Έτσι ούτε τον αδύναμη αδελφό στηρίζουμε, ούτε την έξωθεν καλή μαρτυρία για την Εκκλησία μας αποκομίζουμε. Ποιος άραγε έχει το δικαίωμα να κρίνει την αδυναμία – όχι την κακόβουλη επίθεση ή την πολεμική – του άλλου; Το γράφω αυτό επειδή διαβάζω ειρωνικά σχόλια για τη χρήση μάσκας και αντισηπτικών στους ναούς, από ανθρώπους όμως που νιώθουν την ανάγκη να εκκλησιαστούν. Ποιος κρίνει, με ποια άραγε κριτήρια, αλλά και με ποιο δικαίωμα ασκεί έργο που αποτελεί προνόμιο μόνο του «ετάζοντος καρδίας και νεφρούς»;

Όχι, δεν έχει ανάγκη από κριτές και ιεροεξεταστές η εποχή μας. Ας θυμηθούμε την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Η περίσταση και ο κόσμος έχουν ανάγκη από τον λόγο αγάπης μιας μάνας Εκκλησίας, που ασκώντας την πνευματική πατρότητα στο έπακρο θα σκύψει πάνω στον πονεμένο, προβληματισμένο και αγωνιώντα ή φοβισμένο άνθρωπο, θα βάλει λάδι στις πληγές του και θα του δείξει τον δρόμο της αγάπης του Χριστού. Ίσως κάποιοι θα επικαλεστούν εδώ ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης, με σκληρές και απόλυτες τιμωρίες απίστων και ολιγοπίστων. Σε αυτούς θα πω ότι ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιούμε στις ακολουθίες κομμάτια της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά στα κύρια σημεία της λειτουργικής ζωής διαβάζουμε αποσπάσματα της Καινής Διαθήκης, ο λόγος για τον οποίο η Παλαιά δεν αρκούσε και έπρεπε να συμπληρωθεί με την Καινή, είναι επειδή «παρήλθε η σκιά του νόμου της Χάριτος ελθούσης».

Αυτή τη Χάρη του ζώντος Θεού πρέπει να προσπαθούμε να αντανακλούμε οι χριστιανοί στις μέρες μας. Με επιείκεια αλλά και ανυποχώρητοι ενώπιον των βασικών αρχών της πίστης και της παράδοσής μας, με αγάπη, αλλά και αντίλογο όταν μας λοιδορούν ή μας περιπαίζουν. Σε κάθε όμως περίπτωση, με την χαρακτηριστική των χριστιανών διάκριση, φιλανθρωπία και ευγένεια. Να σταθούμε δίπλα στον αδελφό μας που φοβάται, να τον στηρίξουμε με λόγο και με το παράδειγμά μας, να μην τον κάνουμε να νιώσει απόβλητος και αμαρτωλός, να τον βοηθήσουμε να σταθεί δίπλα μας χωρίς ενοχές και αναστολές. Και αναφέρομαι βέβαια όχι σε εκείνους που αποφάσισαν να διαφοροποιηθούν, αλλά στους πολλούς που πιστεύουν αλλά κλονίζονται.

Αυτό είναι το χρέος μας ως χριστιανών, όχι ακολουθώντας την κατάκριση των φαρισαίων «να κλείσουμε την Βασιλεία του Θεού» ενώπιον των ανθρώπων, κι έτσι ούτε εμείς να μπορέσουμε να εισέλθουμε, αλλά ούτε και εκείνους να τους αφήσουμε να μπουν. Κι αυτά δεν θέλουν αυστηρότητες, ειρωνείες, εξυπνακισμούς και επιθετικότητα. Θέλουν αγάπη, στήριξη, αδελφικό πνεύμα και όχι «πολιτικής» υφής τακτικές, ρητορείες και βερμπαλισμούς, που ίσως πριν είκοσι χρόνια να έπιαναν τόπο, αλλά στο νέο κοινωνικό τοπίο που έχει διαμορφωθεί ούτε καν εισακούονται. Καλή η παράδοση και σεβαστή, αλλά η μόνιμη και στείρα επίκλησή της, ως «επιχείρημα» μόνο κακό κάνει στο σκοπό αυτό.

Δεν χρειάζονται πολλά λόγια, ούτε χολή, ούτε επιθετικότητα. Λίγα και καλά αρκούν. Κάποτε πριν χρόνια αγαπητός και εξαίρετος συνάδελφος με είχε ρωτήσει κατ’ ιδίαν αν πράγματι πιστεύω στον Χριστό. Στην θετική μου απάντηση, είχε επανέλθει με ειρωνικό ύφος, ρωτώντας με αν Τον είχα δει ποτέ. Και αυθόρμητα το απάντησα ότι Τον βλέπω σχεδόν κάθε εβδομάδα. Με κοίταξε τότε περίεργα και ρώτησε πού. Του απάντησα: κάθε Κυριακή, Τον συναντώ αναστημένο και ένδοξο μέσα στο δισκοπότηρο.

Αν αυτό καταφέρουμε να διδάξουμε και να περάσουμε στους αδελφούς μας, τα νέφη του φόβου θα διαλυθούν χωρίς να χρειάζονται αποδείξεις και τεκμήρια. Θα διαλυθούν στο φως του Χριστού, που λάμποντας στη ζωή του αδελφού μας, θα καταυγάζει και τη δική μας ύπαρξη. Αλλιώς «ματαία η πίστις ημών». Δεν είναι προσωπική υπόθεση η σωτηρία μας, όσο κι αν προσωπική είναι η σχέση μας με τον Χριστό, που όμως εν ημέρα κρίσεως για την συμπεριφορά μας στους αδελφούς μας θα μας ρωτήσει, καθώς ο ίδιος μας λέει στο Ευαγγέλιό Του.

Μ.Γ. Βαρβούνης

Ο καθηγητής κ. Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ είναι Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Ετικέτες: