Αρθρογραφία

Εκκλησία και 21η Απριλίου

ORTHODOXIA INFO | Χάρης Ανδρεόπουλος* Την 21η Απριλίου 1967 – πενήντα δύο, ακριβώς, έτη πριν – δεν ξημέρωσε δύσκολη μέρα μόνο για τη Δημοκρατία, αλλά και για την Εκκλησία. Την ημέρα εκείνη, με την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια της Επταετίας στη διάρκεια της οποίας αφ’ ενός μεν καταλύθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα της ελληνικής Πολιτείας, αφ’ ετέρου δε σαρώθηκε το συνοδικό – φύσει δημοκρατικό, από την εποχή των Αποστόλων – σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία μας στη διάρκεια του 20ου αιώνος, στη σχέση της με το κράτος, γνώρισε σωρεία πολιτειοκρατικών παρεμβάσεων, κυρίως από δικτατορικά καθεστώτα, όπως εκείνα του στρατηγού Θεοδ. Παγκάλου (1925 – 1926) και του Ιωαν. Μεταξά (1936 – 1941) που θέλησαν να την υποτάξουν στις πολιτικές τους σκοπιμότητες, η βιαιότητα, όμως, και το εύρος των παρεμβάσεων τις οποίες υπέστη από το καθεστώς της Επταετίας που εγκαθίδρυσε η 21η Απριλίου, έφθασαν τη πολυβασανισμένη ιστορικά αυτή σχέση στα επίπεδα μιας ακραίας υποταγής – έως υποδουλώσεως – της Εκκλησίας στη Πολιτεία.

Οι παρεμβάσεις της δικτατορίας αυτής – της μακροβιότερης εν Ελλάδι στη διάρκεια του 20ού αιώνος – στις πλείστες των περιπτώσεων υπήρξαν κατάφωρα αντίθετες προς το Κανονικό Δίκαιο και την κανονική τάξη της Εκκλησίας. Αυτό, όμως, δεν ήταν τόσο περίεργο. Το πραγματικά περίεργο ήταν ότι οι αντικανονικές αυτές παρεμβάσεις έγιναν δεκτές ή προκλήθηκαν από την ίδια τη διοίκηση της Εκκλησίας, όπως αυτή προέκυψε μετά από μεθοδευμένες νομοθετικές παρεμβάσεις της δικτατορίας, από τις πρώτες ημέρες της επιβολής της, με σκοπό να υπηρετηθούν αφ’ ενός μεν ιδεολογικές σκοπιμότητες του δικτατορικού καθεστώτος, αφ’ ετέρου δε ιδιοτελή συμφέροντα νομής εξουσίας διαφόρων εκκλησιαστικών ομάδων.

Η δικτατορία, γνωρίζοντας σαφώς τη σημασία της Εκκλησίας ως θεσμού θέλησε να εκμεταλλευθεί τα ισχυρά ερείσματα της στη κοινωνία. Επιδίωξε και – συνεργούσης της Εκκλησίας – επέτυχε να ιδιοποιηθεί τις αξίες του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» που η Εκκλησία παραδοσιακά εκόμιζε και να τις αναγάγει σε ιδεολογική «κορωνίδα» του καθεστώτος, όχι, ασφαλώς από έγνοια για τον Ελληνισμό και το Χριστιανισμό, αλλά για να επιτύχει την κοινωνική της νομιμοποίηση. Ετσι, πέρα από την δεδομένη αντικομμουνιστική επιχειρηματολογία, ο «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» μέσα από μια φαλκιδευμένη ιδεολογικοπολιτική του χρήση, θα καταστεί το βασικό ιδεολόγημα της δικτατορίας, στοχεύοντας ν΄ αποτελέσει το θετικό αντίθετο του κομμουνισμού. Από την άλλη, η νέα ηγεσία της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν αντιτάχθηκε, στα κελεύσματα της δικτατορίας, αλλά θεωρώντας ότι μέσω της συμπλεύσεώς της μ΄ αυτήν θα μπορέσει να «αποκαθάρει» τον εκκλησιαστικό θεσμό από αμαρτίες που η ίδια χρέωνε σε εκκλησιαστικές ηγεσίες του παρεθόντος, συντάχθηκε με τις «δοξασίες» της 21ης Απριλίου από τη πρώτη στιγμή.

OI ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ

Σε διάστημα μικρότερο του μηνός από την ημέρα που τα τάνκς βγήκαν στους δρόμους, ο έλεγχος της Εκκλησίας από το δικτατορικό καθεστώς ολοκληρώθηκε και δημιουργήθηκε μια «Εκκλησία εκτάκτου ανάγκης», με σκοπό να (συν-) υπηρετήσει τις ιδεολογικοπολιτικές επιδιώξεις της «Επαναστάσεως». Το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967 επιδιώκοντας να θέσει την Εκκλησία υπό τον άμεσο έλεγχό του δεν θα διστάσει να εισβάλει στα εσωτερικά της με πρώτο βήμα την επιβολή νέας, φιλικής ιδεολογικοπολιτικά προς αυτό εκκλησιαστικής ηγεσίας. Η «Επανάστασις» εκτός από «εθνοσωτήριος» θα επιδιώξει να καταστεί και «εκκλησιοσωτήριος». Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιώντας ένα πλέγμα κατάφωρα αντικανονικών και αντισυνταγματικών νομοθετημάτων και επιχειρώντας, υποτίθεται, να «καθάρει» τον εκκλησιαστικό οργανισμό θα τον «σαρώσει». Οι παρεμβάσεις της δικτατορίας ήταν άμεσες και επιτυχείς, διότι, παρά την επιθετικότητά τους, η οποία εκδηλώθηκε με σωρεία απροκαλύπτων αντικανονικών ρυθμίσεων, η αντίδραση της Εκκλησίας ήταν ανύπαρκτη. Ας θυμηθούμε τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα:

* στις 21 Απριλίου είχαμε το πραξικόπημα.

* στις 27 Απριλίου ο «υπουργός» Παιδείας και Θρησκευμάτων, αρεοπαγίτης Κ. Καλαμποκιάς, με απόφασή του (την οποία ασμένως δέχεται ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος εκδίδοντας το σχετικό του διάταγμα) αναστέλλει επ΄ αόριστον την έκτακτη σύνοδο της Ιεραρχίας την οποία είχε συγκαλέσει για την 11η Μαϊου η προδικτατορική (επί αρχεπισκοποπείας Χρυσοστόμου Β΄ [Xατζησταύρου]) «μικρά» Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) για τη πλήρωση κενών μητροπολιτικών θρόνων. Ωμότατη παρέμβαση που φανέρωνε τις αδίστακτες διαθέσεις του σκληρού πυρήνος του καθεστώτος. Το γεγονός και μόνο ότι την κανονικότητα κατέλυσε ένας «υπουργός» που μέχρι τότε κατείχε θέση αρεοπαγίτου, δηλαδή ανωτάτου δικαστού, ο οποίος δεν εδίστασε να αντιμετωπίσει την διοικούσα Εκκλησία ως σωματείο του αστικού κώδικος, λέει από μόνο του πολλά.

* στις 10 Μαϊου με αναγκαστικό νόμο (Α.Ν. 3/1967) κηρύσσεται λήξασα η συνοδική περίοδος 1966 – 67, θεωρείται περατωθείσα η θητεία της κανονικής Δ.Ι.Σ. και συστήνεται ως κυρίαρχο όργανο η (8μελής) «Αριστίνδην» Σύνοδος. Με τον ίδιο Α.Ν. (αρθ. 3 § 1) η νομοθεσία περί ορίου ηλικίας των 80 ετών (η οποία, όλως αντικανονικώς, ίσχυε για τους Μητροπολίτες βάσει του Ν.Δ. 4589/1966 που είχε ψηφισθεί επί δημοκρατικής περιόδου), επεκτείνεται και επί του Αρχιεπισκόπου. Ο θρόνος των Αθηνών κηρύσσεται σε χηρεία και με το νομικό αυτό τέχνασμα εκθρονίζεται ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β’ (Χατζησταύρου). H καθιέρωση του ορίου ηλικίας για τους Επισκόπους είναι ασφαλώς πράξη αντικανονική, το γνωρίζουν και οι ιεροσπουδαστές κατωτέρας εκκλησιαστικής σχολής, τούτο, όμως, ουδόλως εμποδιζει συνειδησιακά κάποιους αρχιερείς αποφοίτους της Θεολογικής Σχολής να συμπράξουν λίγες ώρες αργότερα με ένα καθεστώς που δεν δίστασε, κατά τρόπο ήκιστα κολακευτικό για τα «ελληνοχριστιανικά» ήθη, τα οποία – υποτίθεται ότι – επρέσβευε, να «εκπαραθυρώσει» τον κανονικό προκαθήμενο της. Εκκλησίας της Ελλάδος.

* στις 11 Μαϊου, προτάσει της «Εθνικής Κυβερνήσεως», με Βασιλικό Διάταγμα (Β.Δ.) διορίζονται (!) τα μέλη της 8μελούς «Αριστίνδην» Συνόδου (μέλη τα οποία – όπως απεκαλύφθη, δια του υπ΄ αριθμ. πρωτ. 4688/1744/14.11.1967 υπηρεσιακού εγγράφου της ιδίας ως άνω «Αριστίνδην» προς την Εισαγγελία Αθηνών – «επελέγησαν παρά της Εθνικής Κυβερνήσεως»!). Η κανονική 65μελής Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, δηλαδή η ανωτάτη εκκλησιαστική αρχή, τίθεται στο «ψυγείο», η λειτουργία της εξουδετερώνεται. Και ενώ η εκκλησιαστική κανονικότητα διασαλεύεται και παραβιάζεται ασυστόλως, οι προσκείμενοι στο καθεστώς αρχιερείς, ανερυθριάστως εξυμνούν πολυμερώς και ποικιλοτρόπως τη «Επανάσταση» ως «εθνοσωτήρια» (!), προβάλλοντας τους πρωταιτίους αυτής – τους πραξικοπηματίες – ως «αρχαγγέλους» της «καθάρσεως».

* στις 13 Μαϊου, υπό της (8μελούς) «Αριστίνδην» Συνόδου, ο αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης, μέχρι τότε πρωθιερεύς των Ανακτόρων και καθηγητής του Κανονικού Δικαίου στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, εκλέγεται ως νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, αποδέχεται την εκλογή και στις 17 Μαϊου ενθρονίζεται στο καθεδρικό ναό των Αθηνών. Η περιπέτεια της Εκκλησίας ξεκινά.

Ο Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης) αφού κατέλαβε «νόμιμα» μεν αλλά αντικανονικά τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και η διορισθείσα 8μελής «Αριστίνδην» Ιερά Σύνοδος που αντικατέστησε – και υποκατέστησε – την κανονική «μικρά» (Δ.Ι.Σ.) και «μεγάλη» Ιερά Σύνοδο (Ιεραρχία), θα συμπορευθούν με την «εθνοσωτήριο» στρατιωτική Κυβέρνηση αναλαμβάνοντας το «εκκλησιοσωτήριο» έργο της. Ο Ιερώνυμος θεωρεί ότι «όταν έγινε η Επανάστασις αντεπεκρίνετο εις ένα λαϊκόν αίσθημα», δηλώνοντας «πεπεισμένος ότι οι κρατούντες Αξιωματικοί ως μοναδικόν σκοπόν είχαν να υπηρετήσουν την Πατρίδα και μόνον» (βλ. Ιερωνύμου Κοτσώνη, Αρχιεπ. πρώην Αθηνών «Το δράμα ενός Αρχιεπισκόπου», Αθήναι, 1975, επανεκδ. 2003 (εκδ. «Σπορά»), σ. 134). Δεν θα αργήσει, πάντως, να συνειδητοποιήσει την αυταρχική δομή του κράτους επί «Επαναστάσεως» διαμαρτυρόμενος για τον αυταρχισμό του καθεστώτος, τις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια στα οποία η «Επανάσταση» –όπως αποκαλούσε τότε το δικτατορικό καθεστώς– υπέβαλλε πολιτικούς της αντιπάλους χωρίς, ωστόσο, να αποτολμήσει να διαφοροποιηθεί δημοσίως, να διαχωρίσει ανοικτά τη θέση του απ’ τη στρατιωτική Κυβέρνηση. Περιορίσθηκε σε διαμαρτυρίες προς τον «Πρωθυπουργό» Γ. Παπαδόπουλο, διατυπωθείσες (τον Αύγουστο του 1969 και τον Μάρτιο του 1970) σε επίπεδο αλληλογραφίας, συνεχίζοντας τη συμπόρευση.

ΟΙ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΕΣ

Οι παρεμβάσεις συνεχίζονται και μετά την πραξικοπηματική αλλαγή στη διοίκηση της Εκκλησίας. Εκδίδονται αλλεπάλληλα Νομοθετικά Διατάγματα και Συντακτικές Πράξεις με τις οποίες καταλύεται κάθε έννοια κανονικής και εκκλησιαστικής τάξεως, όπως π.χ. με τον Α.Ν. 214/1697 με τον οποίο θεσπίσθηκαν, δίκην στρατοδικείων, τα αποκληθέντα «Ιεροδικεία», μέσω των οποίων και στη βάση ενός, αγνώστου στους ιερούς κανόνες και την εκκλησιαστική παράδοση, ιδιωνύμου αδικήματος, του περί «απωλείας της έξωθεν καλής μαρτυρίας», καταδικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες (μη προβλέπουσες το δικαίωμα της εφέσεως!) ο πρώην Αθηνών και τότε πρόεδρος Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβος (Βαβανάτσος), ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων (Παπαγεωργίου), ενώ εξωθούνται σε παραιτήσεις ο Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Κύριλλος (Καρμπαλιώτης), ο Δημητριάδος Δαμασκηνός (Χατζόπουλος), ο Ελασσόνος Ιάκωβος (Μακρυγιάννης), ο Παραμυθίας Τίτος (Ματθαιάκης) και ο Λαρίσης Ιάκωβος (Σχίζας).

Με τη Συντακτική Πράξη ΛΣΤ΄/1968 συνεχίζονται οι εκθρονίσεις αρχιερέων που απάρτιζαν τη μέχρι τότε κανονική σύνθεση της Ιεραρχίας. Αυτή τη φορά εφευρίσκεται ο τρόπος της αυτοδικαίας αποχωρήσεως των αρχιερέων που είχαν συμπληρώσει «τεσσαρακονταετίαν εν τη ιερωσύνη και τριακονταετίαν εν τω βαθμώ του Επισκόπου», ρύθμιση, επίσης, κατάφωρα αντικανονική, όπως η προαναφερθείσα της καθιερώσεως του ορίου ηλικίας. Με αντικανονικές διαδικασίες και μεθοδεύσεις, μετά την απομάκρυνση του νομίμου και κανονικού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄, τον δρόμο προς την έξοδο θα δουν, συνολικά, άλλοι δεκαπέντε (15) κανονικοί και νόμιμοι Μητροπολίτες της «παλαιάς» (της προ της 21ης Απριλίου 1967) Ιεραρχίας, στο πλαίσιο ενός συντονισμένου σχεδίου αλλοιώσεως της συνθέσεώς της, το οποίο για να ολοκληρωθεί περιέλαβε και την εκλογή είκοσι εννέα (29) νέων Μητροπολιτών (και έξι [6] τιτουλαρίων Επισκόπων) προσκειμένων, ως επί το πλείστον, στις χριστιανικές αδελφότητες οι οποίες εξαρχής συντάχθηκαν με το όραμα που εκπροσωπούσε ο Ιερώνυμος Α΄ για την «κάθαρση» στην Εκκλησία και για μια «Καινούργια Ελλάδα».

ΤΟ «ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ» ΤΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ (Α’)

Στον Καταστατικό Χάρτη του 1969 (Ν.Δ. 126) που εισηγείται η τότε ηγεσία της Εκκλησίας και ψηφίζει η δικτατορία, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ κάνει το μοιραίο λάθος, «τα βάζει» για δεύτερη φορά με το Πατριαρχείο. Η πρώτη ήταν ένα χρόνο πριν (1968) όταν η υπό τον Ιερώνυμο «Αριστίνδην» Σύνοδος είχε εναντιωθεί στην εφαρμογή της διατάξεως της ΠΣΠ του 1928 περί «εκκλήτου» (εφέσεως) αρνουμένη να διαβιβάσει στο Πατριαρχείο την προσφυγή του τότε Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος (Παπαγεωργίου), ο οποίος ζητούσε την επανάκριση σε ανώτατο βαθμό της υποθέσεως που αφορούσε στην πραγματοποιηθείσα – με βάση τις αντικανονικές ρυθμίσεις του (θεσπίσαντος τα «Ιεροδικεία») Α.Ν. 214/77 – απομάκρυνσή του από το θρόνο της Θεσσαλονίκης.

Αυτή, τη δεύτερη φορά – η οποία απεδείχθη και μοιραία καθώς σηματοδότησε την αντίστροφη μέτρηση για την αρχιεπισκοπεία του Ιερωνύμου – με τον νέο Κ.Χ. θα επιχειρηθεί η καταστρατήγηση τόσο του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου (ΠΣΤ) του 1850, όσο και της Συνοδικής και Πατριαρχικής Πράξεως (ΠΣΠ) του 1928, αναφορικώς με τη συγκρότηση και σύνθεση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (Δ.Ι.Σ.). Ενώ βάσει των κανονιστικών αυτών κειμένων προβλέπεται ότι η Εκκλησία της Ελλάδος αφ΄ ενός μεν «διοικείται από Σύνοδον διαρκή, συνισταμένην εξ αρχιερέων, προσκαλουμένων αλληλοδιαδόχως κατά τα πρεσβεία της αρχιερωσύνης», αφ΄ ετέρου δε ότι στη Δ.Ι.Σ. συμμετέχουν κατ΄ ίσον αριθμόν αρχιερείς από τις μητροπόλεις της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου («Νέων Χωρών»), όπως ρητώς προβλέπει ο Β’ Ορος της ΠΣΠ του ΄28 (αλλά και ο σχετικός ν. 3615/28), εν τούτοις με το νέο Κ.Χ. προβλεπόταν ότι η Δ.Ι.Σ. δεν θα συγκροτείται εφεξής κατά τα ως άνω, δηλαδή τα μέλη της δεν θα καλούνται πλέον περιοδικώς κατά σειρά των πρεσβείων της αρχιερωσύνης και κατ΄ ίσο αριθμό από τις μητροπόλεις της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και τις Μητροπόλεις των «Νέων Χωρών», αλλά θα εκλέγονται από την Ιεραρχία.

Επρόκειτο για μια προσπάθεια η οποία ενείχε, σαφώς, πρόθεση μειώσεως των κανονικών δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Μητροπόλεις των «Νέων Χωρών», η οποία ωστόσο κατέληξε σε κόλαφο για τον Ιερώνυμο Α΄ καθώς όταν αργότερα, η αντικανονική αυτή προσπάθειά του αυτή θα προσλάβει – με δικαστική απόφαση – και διάσταση παρανομίας, τότε, το όλο αντικανονικό του οικοδόμημα θα καταρρεύσει, οδηγώντας τον στη παραίτηση.

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Το οικοδόμημα Ιερωνύμου» αρχίζει να ραγίζει μετά τη θυελλώδη συνεδρίαση της Ιεραρχίας του Νοεμβρίου 1972, όταν δέχεται σφοδρές επιθέσεις για την καταστρατήγηση των πατριαρχικών πράξεων, ενώ δύο Μητροπολίτες το «τραβάνε τα άκρα» ασκώντας προσφυγή ενώπιον του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου (Σ.τ.Ε.). Πρόκειται για τους τότε Μητροπολίτες Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιο (Νικολάου) και Φλωρίνης Αυογυστίνο (Καντιώτη), οι οποίοι υπήρξαν οι πρωταγωνιστές και βασικοί συντελεστές της αποδομήσεως του συστήματος διοικήσεως του Ιερωνύμου (Α΄), καθώς η κατατεθείσα τον Δεκέμβριο του 1972 προσφυγή τους τον Απρίλιο του 1973 έγινε δεκτή από το ΣτΕ (αποφ. 1175/1973) πετυχαίνοντας έτσι την ακύρωση της συνθέσεως της «μικράς» Συνόδου (Δ.Ι.Σ.) που είχε συγκροτηθεί δι΄ εκλογής, σύμφωνα με το σύστημα Ιερωνύμου, και όχι κατά τα πρεσβεία αρχιερωσύνης, όπως όριζαν οι πατριαρχικές πράξεις.

Ο Αυγουστίνος στην κρίσιμη συνεδρίαση της Ιεραρχίας της 10ης Μαϊου 1973, μετά την επικράτηση της προτάσεως για συγκρότηση της Δ.Ι.Σ. βάσει των πρεσβείων (33 ψήφοι) που σήμανε την ήττα του Ιερωνύμου (η πρόταση του οποίου για συγκρότηση δι΄ εκλογής έλαβε 29 ψήφους), θα δηλώσει: «Πατριαρχικόν και Ιερωνύμειον σύστημα συνεκρούσθησαν. Ενίκησεν όχι το “Αριστίνδην” του κ. Ιερωνύμου, αλλά το Πατριαρχικόν, η αδιάβλητος αρχή συνθέσεως της Συνόδου κατά πρεσβεία αρχιερωσύνης, η οποία εξασφαλίζει την ισότητα δικαιωμάτων μεταξύ όλων των ιεραρχών και προφυλάσσει την Ιεραρχίαν από φατριαστικάς ενεργείας, φιλονικείας και έριδας, αι οποίαι ήτο επόμενον να παρουσιάζωνται κατά το Ιερωνύμειον σύστημα, το επινοηθέν επί σκοπώ συγκεντρώσεως όλης της εξουσίας εις το πρόσωπον του ενός. Αυτό το φατριαστικόν και απολυταρχικόν πνεύμα διοικήσεως της Εκκλησίας κατεπολεμήθη κατά την χθεσινήν εκλογήν» (βλ. εφημ. «Μακεδονία», 11.05.1973, σ. 4).

Από την πλευρά του ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ θα θεωρήσει την επικράτηση της ομάδος των Μητροπολιτών η οποία ετάχθη υπέρ της επαναφοράς των πατριαρχικών πράξεων (1850 / 1928) ως «νίκη του εκκλησιαστικού κατεστημένου» και δεν θα διστάσει να περιγράψει τις εκκλησιαστικές εξελίξεις του Μαΐου του 1973 προσδίδοντας στα γεγονότα μια διάσταση τραγικότητας, όταν, δραματοποιώντας την ήττα του και παρουσιάζοντας την 10η Μαΐου 1973, ως περίπου «αποφράδα» ημέρα για την Εκκλησία, θα ισχυρισθεί ότι «την 10η Μαΐου 1973 εδολοφονήθη η υπέρ της Εκκλησίας αναγεννητική προσπάθεια» την οποία προ 6ετίας ο ίδιος είχε αναλάβει να καθοδηγήσει, συντονίσει και διεκπεραιώσει (βλ. Αρχιεπ. Ιερωνύμου Κοστώνη, «Το δράμα…», ο.π., σ. 191). Από της 10ης Μαϊου 1973 και εντεύθεν ο Ιερώνυμος (Α΄) χάνει τον έλεγχο της Συνόδου, καθίσταται ουσιαστικά προκαθήμενος «υπό επιτροπείαν», καθώς στην νέα 10μελή Δ.Ι.Σ. που ανέδειξε με την ψήφο της η Ιεραρχία οι επτά (7) είναι απέναντί του και μόλις οι τρείς (3) δίπλα του. Η εξέλιξη αυτή θ΄ αποτελέσει την κύρια αιτία της εν συνεχεία σταδιακής – και γι΄ αυτό ιδιαίτερα τραυματικής για το κύρος της διοικούσας Εκκλησίας και επώδυνης για τον ίδιο σε προσωπικό επίπεδο – καταρρεύσεώς του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

Η ΕΚΛΟΓΗ ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Μετά το νοεμβριανό ενδοστρατιωτικό πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου 1973 και την ανατροπή του Γ. Παπαδοπούλου ξεκινά η δεύτερη φάση της δικτατορίας (25.11.1973 – 23.07.1974). Ο νέος δικτάτωρ, ταξίαρχος Δημ. Ιωαννίδης αγνοεί επιδεικτικά τον Ιερώνυμο εξαναγκάζοντάς τον σε παραίτηση. Τον παραιτηθέντα τον Δεκέμβριο του 1973 Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο (Α΄) θα διαδεχθεί, ως εκλεκτός της νέας («ιωαννιδικής») ηγεσίας, ο από Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας), ο οποίος τον Ιανουάριο του 1974 θα εκλεγεί κανονικά σε ήδη χηρεύοντα θρόνο. Η εκλογή του «κυοφορήθηκε» εντός της ανερχομένης και ήδη ελέγχουσας (από την 10η Μαϊου του ΄73) τα εκκλησιαστικά πράγματα μερίδας της «παλαιάς» (της προδικτατορικής περιόδου) Ιεραρχίας, της αποκληθείσης «Πρεσβυτέρας».

Η επιλογή της νέας ηγεσίας της δικτατορίας να συμπράξει με τον ισχυρό πόλο που εκπροσωπούσε η «Πρεσβυτέρα Ιεραρχία» και ο εξ αυτής τότε Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας) δεν είχε ιδεολογικό έρεισμα˙ αποτελούσε «μονόδρομο» που τον υπαγόρευε η πολιτική σκοπιμότητα των στιγμών. Το γεγονός ότι ο Σεραφείμ είχε γνωριμία με τον Ιωαννίδη, από την εποχή που ήταν συμπολεμιστές την εποχή της γερμανικής κατοχής στον «Ε.Δ.Ε.Σ.» του στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα, δεν ήταν αυτό που δρομολόγησε τις εξελίξεις, ασφαλώς, όμως, τις επιτάχυνε. Το καθεστώς Ιωαννίδη έδωσε στη – διάδοχη της «ιερωνυμικής» – «σεραφειμική» παράταξη απεριόριστες ελευθερίες, των οποίων όμως η παράχρηση υπό της νέας εκκλησιαστικής ηγεσίας εξελίχθηκε σ’ ένα είδος «revanche» προς την προηγουμένη.

Αν για τον Ιερώνυμο η πλέον «μελανή σελίδα» της αρχιεπισκοπείας του υπήρξε η κατάφωρα αντικανονική εκλογή του, για τον Σεραφείμ «μελανή σελίδα» στη δική του αρχιεπισκοπεία υπήρξε η – μέσω των Συντακτικών Πράξεων 3 και, ιδίως, 7/1974 – απομάκρυνση σε διάστημα περίπου εντός μηνός (από τα μέσα Ιουνίου μέχρι τα μέσα Ιουλίου του 1974) χωρίς δίκη και απολογία – ούτε καν ακρόαση – των δώδεκα «ιερωνυμικών» λεγομένων Μητροπολιτών, γεγονός που δημιούργησε μια πρωτοφανή ανωμαλία στη μετέπειτα ζωή της Εκκλησίας της Ελλάδος που εξακολουθούσε να την ταλανίζει μέχρι τα πρόσφατα χρόνια.

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Α΄: ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ

Α. Η άνοδος, η θητεία και η πτώση του (1967-1973)

Επρόκειτο αναμφιβόλως περί ενός κληρικού με εξαιρετικά χαρίσματα που του τα αναγνώριζαν πρώτοι ιεράρχες που ανήκαν ιδεολογικά στην αντίπαλη παράταξη απ’ αυτήν την οποία ο ίδιος ανήκε (αυτή των «βασιλοφρόνων» αρχιερέων, των προσκειμένων φίλα στον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο [1938-1940]). Επί παραδείγματι, ο (προσκείμενος στον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό [1941-1949] και «βενιζελικών» φρονημάτων) Μητροπολίτης Ελασσώνος Ιάκωβος (Μακρυγιάννης) το 1958 θα πλέξει το εγκώμιο του τότε αρχιμανδρίτου Ιερωνύμου (Κοτσώνη) περιγράφοντάς τον ως «κληρικό εξαιρέτου επιστημονικού κύρους […] αγαθό και σεμνό […]» και προτείνοντάς τον ως «άξιο της εγγραφής εις τον κατάλογο των εκλογίμων προς αρχιερατείαν». Οι απόπειρες επισκοποιήσεώς του, μέσω κανονικής Συνόδου, θα εξελιχθούν στα πρώτα χρόνια της 10ετίας του ’60. Στις αρχές του ’60 θα επιχειρηθεί από το Πατριαρχείο – επί Αθηναγόρα (Σπύρου) – η εκλογή του ως τιτουλαρίου Επισκόπου του Οικουμενικού Θρόνου. Θα ακολουθήσουν τρεις ακόμη απόπειρες˙ οι δύο για την εκλογή του στην Αρχιεπισκοπή (Ιανουάριος 1962 και Φεβρουάριος 1962, όταν κενώθηκε η έδρα λόγω παραιτήσεως του μόλις προ μηνός εκλεγέντος αρχιεπισκόπου Ιακώβου [Βαβανάτσου]) και η τρίτη για τη Μητρόπολη της πατρίδας του (τη Σύρο, το 1965), όλες, όμως, θα καταλήξουν σε αποτυχία. Η υποψηφιότητά του θα αποδοκιμασθεί από την πλειοψηφία των ιεραρχών ως αντίδραση, όχι στην «απαστράπτουσα» ιερατική και ακαδημαϊκή φυσιογνωμία του, αλλά, αφ’ ενός μεν στην παραταξιακή του –«οργανωσιακή»– προέλευση, αφ’ ετέρου δε στις υπέρ του προσώπου του πιέσεις που ασκούσαν τα Ανάκτορα και στις οποίες η πλειοψηφία της Ιεραρχίας δεν φαινόταν διατεθειμένη να υποκύψει. Η τέταρτη απόπειρα εκλογής του θα είναι επιτυχής, αλλά θα την σκιάσει το γεγονός ότι συνδέθηκε μ’ έναν πολιτικό περίγυρο αρνητικό˙ τη δικτατορία. Ως προς το σκέλος της κανονικότητας, η εκλογή του είχε το τεράστιο μειονέκτημα ότι πραγματοποιήθηκε όχι από την κανονική Ιεραρχία, ή έστω μια κανονικώς συγκροτημένη «μικρά» («Διαρκή») Ιερά Σύνοδο, αλλά από μια προδήλως αντικανονική 8μελή «Αριστίνδην» Ιερά Σύνοδο την οποία –ερήμην της Ιεραρχίας– είχε συστήσει η δικτατορία αποσκοπώντας στη χειραγώγηση της Εκκλησίας ως θεσμού.

Περιέργως ο Ιερώνυμος Κοτσώνης, ένας διακεκριμένος πανεπιστημιακός καθηγητής του Κανονικού Δικαίου, δέχθηκε να συνεργήσει στην επιχειρηθείσα και, τελικώς, επιτευχθείσα υπό του τότε δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 κατάλυση του συνοδικού πολιτεύματος της Εκκλησίας. Ο τρόπος αναρρήσεως στην Αρχιεπισκοπή του Ιερωνύμου Κοτσώνη και οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ήταν αυθαίρετες, χωρίς κανένα ηθικό ή εκκλησιαστικό έρεισμα. Όσο εντυπωσιακά κι αν ήταν τα ακαδημαϊκά προσόντα, λαμπρό το έργο και το ήθος του, δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν καμιά αυθαιρεσία. Αντιθέτως, θα έπρεπε να προστατεύσουν την Εκκλησία από έξωθεν παρεμβάσεις. Γι’ αυτό και αργότερα από την κανονική Ιεραρχία του ’74 η υπό της 8μελούς «Αριστίνδην» Συνόδου γενομένη εκλογή του θα θεωρηθεί αντικανονική. Επρόκειτο για μια κρίση –ότι η εκλογή του Ιερωνύμου (Κοτσώνη) υπήρξε αντικανονική– με την οποία εν συνεχεία και σε ακαδημαϊκό επίπεδο ταυτίσθηκε το σύνολο των καθηγητών του Κανονικού Δικαίου (πλην του ιδίου) και του Εκκλησιαστικού Δικαίου καθώς και εγκρίτων νομικών και ιστορικών επιστημόνων. Οι συνέπειες αυτής της αντικανονικότητας στην εκλογή του Ιερωνύμου μεταφέρθηκαν και στις διαδικασίες των επί της θητείας του (1967-1973) εκλεγέντων 29, εν συνόλω, αρχιερέων, ανάμεσα στους οποίους και οι εν τέλει κηρυχθέντες έκπτωτοι δώδεκα (12) αρχιερείς. Το ζήτημα των «12» απετέλεσε στη συνέχεια –από το 1974 και εντεύθεν– το επίκεντρο του προβλήματος που ταλάνισε την Εκκλησία για μια ολόκληρη 20ετία, αν και οι «ρίζες» του προβλήματος ανάγονται στον Μάιο και Ιούνιο του 1967, τότε, όταν συνεστήθη η αντικανονική 8μελής «Αριστίνδην» εκλέγοντας αρχικά τον Ιερώνυμο (Κοτσώνη) και εν συνεχεία υπό την προεδρία του τους λοιπούς 29 νέους ιεράρχες. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους «κληρονόμησαν» την αντικανονικότητα εκ της οποίας έπασχε το όργανο που τους εξέλεξε, όπως έκρινε σχετικώς το όργανο της «Πρεσβυτέρας Ιεραρχίας» (της συγκροτηθείσης με τους ιεράρχες που είχαν εκλεγεί προ της 21ης Απριλίου) τον Ιανουάριο του 1974.

* Για το θέμα των κληρικών που αναδείχθηκαν σε θέσεις αρχιερέων κατά την περίοδο Ιερωνύμου (1967-1973), οι κριτικές εστιάζονται κατά βάσιν στην ακολουθηθείσα – μέσω της «Αριστίνδην Συνόδου» – αντικανονική εκλογική διαδικασία, ενώ για τα πρόσωπα, αυτά καθεαυτά, οι γνώμες των πλειόνων είναι θετικές, ακόμη και από μελετητές που πολλά τρωτά έχουν καταλογίσει στο σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας επί Επταετίας. Εκ των νεωτέρων ακαδημαϊκών ερευνητών της εποχής, ο καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου (ΕΚΠΑ) Ι. Μ. Κονιδάρης, παρότι καταλογίζει στη δικτατορία την επιβολή ενός «όλως αυταρχικού και αντικανονονικού συστήματος διοικήσεως στην Εκκλησία», εν τούτοις θεωρεί ότι «θα ήταν άδικο να μη σημειωθεί ότι οι υπέρ τους τριάντα αρχιερείς (σ.σ.: 29 εν ενεργεία / επαρχιούχοι και 6 τιτουλάριοι) που εξελέγησαν επί των ημερών Ιερωνύμου Κοτσώνη έως της παραιτήσεώς του, στις 15 Δεκεμβρίου 1973, ήταν επιλογές αξιοκρατικές, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η δικαίωση παραγκωνισμένων άξιων κληρικών», αναφέροντας μεταξύ των ζώντων τις περιπτώσεις των Δημητρίου (Τρακατέλλη) και Αναστασίου (Γιαννουλάτου), οι οποίοι εξελέγησαν, αντιστοίχως, Επίσκοποι Βρεσθένης (1967) και Ανδρούσης (1972).

Ο κ. Κονιδάρης παρατηρεί ότι «και στους δύο, το διαδεχθέν τον Ιερώνυμο Κοτσώνη καθεστώς και ο εκλεκτός της δεύτερης φάσεως της δικτατορίας Αρχιεπίσκοπος, δεν εμπιστεύθηκαν εν ενεργεία Μητρόπολη στην Εκκλησία της Ελλάδος, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προτάσει του Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τον μεν πρώτον εξέλεξε Αρχιεπίσκοπο Αμερικής (1999), τον δε δεύτερο ανέδειξε Αρχιεπίσκοπο Τιράνων (1992), επικεφαλής της εμπερίστατης τότε Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Αλβανίας…» (βλ. Κονιδάρη, Ιωάννη, «1967: O πρώτος Αρχιεπίσκοπος της απριλιανής χούντας», Το Βήμα, 07.01.2016). Ο ίδιος καθηγητής θεωρεί ως «φωτεινή» μορφή κληρικού τον αναδειχθέντα κατά την «ιερωνυμική» περίοδο, ως Εδέσσης, Καλλίνικο (Πούλο), αποκαλώντας τον «άγιο ιεράρχη» (σε άρθρο του: «Δάσκαλε που δίδασκες», Το Βήμα, 28.03.2010), ενώ ως «οσία μορφή» έχει χαρακτηρισθεί ο αυτός μακαριστός ιεράρχης (ο Εδέσσης κυρός Καλλίνικος [Πούλος]) από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο (Αρχοντώνη), (βλ. «Εκδήλωσις μνήμης δια τον μακαριστόν Μητροπολίτην Εδέσσης Καλλίνικον», Δελτίον Τύπου της Ι. Μ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου, Ορθόδοξος Τύπος, 03.07.2015).

Επίσης, ο καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας (ΑΠΘ) και Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου Ανδρέας Νανάκης παρατηρεί μεν ότι «η δικτατορία του 1967, με την επισκοποίηση αρχιμανδριτών από τις χριστιανικές αδελφότητες, αποκτούσε ισχυρά και ποικίλα ερείσματα σε όλο αυτόν τον χώρο, οι δε οργανώσεις ισχυροποιούσαν τις προσβάσεις στις κρατικές δομές, ιδιαίτερα βέβαια στους πρώτους χρόνους της δικτατορίας, διότι και οι άνθρωποι των αδελφοτήτων στην πορεία θα αποστασιοποιηθούν από το καθεστώς» αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι «…βέβαια, οι αρχιερείς που εξελέγησαν στη δικτατορία από την ΄΄Αριστίνδην Σύνοδο΄΄ του Ιερωνύμου προήρχοντο από τις χριστιανικές αδελφότητες, όμως και από ιεραποστολικό ζήλο και φρόνημα διακατέχονταν και τον λαό του Θεού κατά κανόνα ανιδιοτελώς και χριστιανοπρεπώς διακόνησαν και υπηρέτησαν» («Η Εκκλησία της Ελλάδος και η χούντα», Καθημερινή, 11.06.2017).

Β. Ο Ιερώνυμος ως Πρόεδρος της Ιεραρχίας. Οι επιτυχίες του σε έργα, οι αποτυχίες του στον τρόπο ασκήσεως της εξουσίας

Οι καλές σχέσεις που θ’ αναπτύξει ο Ιερώνυμος με το καθεστώς θα αποφέρουν, κυρίως στα πρώτα χρόνια της Επταετίας, θετικά αποτελέσματα στο οικονομικό πεδίο. Κύρια –και αδιαμφισβήτητη– επιτυχία του υπήρξε η κατόπιν των δικών του ενεργειών ένταξη των κληρικών στο μισθολόγιο του δημοσίου. Η απόφαση θα αναγγελθεί από τον ίδιο τον Γ. Παπαδόπουλο, στις 02.5.1968, σε «πανηγυρική» συνεδρίαση της «Αριστίνδην» Συνόδο. Η «Αριστίνδην» θα θεωρήσει την υπογραφή και δημοσίευση του σχετικού Α.Ν. 469/1968 μεγάλη επιτυχία και θα ευχαριστήσει τον Παπαδόπουλο διότι έλυσε ένα χρονίζον ζήτημα για την Εκκλησία κατά τον καλύτερο τρόπο. Εις «ένδειξιν ευγνωμοσύνης», μάλιστα, ο Ιερώνυμος, επιχειρώντας να «κεφαλαιοποιήσει» επικοινωνιακά την επί των ημερών του συντελεσθείσα αυτή για το σώμα των κληρικών επιτυχία, θα απονείμει στον Πρόεδρο της «Εθνικής Κυβερνήσεως» Γ. Παπαδόπουλο τον «Χρυσούν Σταυρόν του ιδρυτού της Εκκλησίας της Ελλάδος Αποστόλου Παύλου», τιμή για την οποία, μέχρι τότε, κανείς άλλος Έλληνας Πρωθυπουργός δεν είχε κριθεί άξιος.

Μετά από δικές του παρεμβάσεις, επίσης, την προηγουμένη χρονιά, η δικτατορία δείχνοντας τις ευνοϊκές διαθέσεις της προς το πρόσωπό του και στηρίζοντάς τον πολιτικά στις διακηρύξεις του αναφορικά με την οικονομική αναβάθμιση των κληρικών, είχε αποφασίσει την αύξηση των συντάξεων και των προσωποπαγών βοηθημάτων του Ταμείου Ασφαλίσεως Κληρικών Ελλάδος (ΤΑΚΕ). Επιπροσθέτως, η προσφορά του στη «Χριστιανική Αλληλεγγύη» που είχε την ευθύνη της ειδικής μερίμνης για υπερήλικες, η αναβάθμιση της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως μέσω της ιδρύσεως ανωτάτης σχολής Ορθοδόξων σπουδών με την ονομασία «Εκκλησιαστική Ακαδημία» που θα λειτουργούσε με σκοπό την παραγωγή κληρικών υψηλής πνευματικής και χριστιανικής παιδείας, η ίδρυση και κατασκευή του Διορθοδόξου Κέντρου Πεντέλης (Αττικής), αποτελούν αναμφιβόλως τον θετικό απολογισμό ενός έργου το οποίο, όμως, σκιάσθηκε από τον αρνητικό απολογισμό που του καταλογίσθηκε ως προς τα κύρια και πρώτιστα –εκκλησιολογικής φύσεως– καθήκοντά του, ως προκαθημένου, και κυρίως, για το γεγονός του επί των ημερών του επισυμβάντος εκτροχιασμού της Εκκλησίας από την κανονικότητα.

Με τη συνέργειά του στην κατάλυση του συνοδικού συστήματος ο Ιερώνυμος, ουσιαστικά, υπονόμευσε και τις δικές του προσωπικές μεγαλόπνοες, «αναγεννητικές» του εκκλησιαστικού σώματος στοχεύσεις του, όπως τις είχε επαγγελθεί στον ενθρονιστήριο λόγο του, καθώς οι αντιδράσεις που προκάλεσε η πολιτική του στο εσωτερικό της Ιεραρχίας, εξαιτίας της περιθωριοποιήσεώς της, αποδυνάμωσαν τις όποιες προσπάθειες για τον ουσιαστικό «εκσυγχρονισμό» και πραγματική «ανανέωση» του εκκλησιαστικού οργανισμού. Συνεπακόλουθα η μακρόχρονη αυτή κρίση του εκκλησιαστικού οργανισμού αποδυνάμωσε τη σχέση του με το πλήρωμα της Εκκλησίας και την περιβάλλουσα κοινωνία. Με την πολιτική του ο Ιερώνυμος αντί να κερδίζει συμμάχους στο σώμα των ιεραρχών, προκαλούσε κρίσεις, δημιουργούσε αντιπαλότητες και επέφερε διαιρέσεις. Και στο τέλος το «σύστημά» του κατέρρευσε έσωθεν, όταν, απωλεσθείσης της συνοχής στην «ιερωνυμική» παράταξη, αποστασιοποιήθηκαν από αυτό μέχρι και Μητροπολίτες που εξελέγησαν επί της θητείας του. Τα ακαδημαϊκά του προσόντα, ως πανεπιστημιακού, και η ευρύτερη λογιωσύνη του δεν στάθηκαν ικανά για να συσπειρώσουν την Ιεραρχία και ευρύτερα το εκκλησιαστικό σώμα˙ αντίθετα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, όπως φάνηκε από τις εξελίξεις, επέδρασαν αρνητικά.

Στην πολιτική του Ιερωνύμου είναι φανερά τα στοιχεία αφ’ ενός μεν μιας ακαδημαϊκής «αγκυλώσεως» που τον έφερε αντιμέτωπο με την ιεροκανονική, υπό το πλαίσιο των πνευματικών όρων, παράδοση της Εκκλησίας –το «ράσο»– αφ’ ετέρου δε μιας ιδεολογικοπολιτικής «ακαμψίας», το διαιρετικό πνεύμα της οποίας λειτούργησε ανασχετικά στις όποιες προσπάθειες για την επίτευξη της ενότητας στους κόλπους της Ιεραρχίας. Η άρνηση του Ιερωνύμου να υπερβεί τις διαφορές που τον χώριζαν σε επίπεδο ακαδημαϊκό-εκκλησιολογικό και ιδεολογικοπολιτικό με τους Μητροπολίτες της «παλαιάς» Ιεραρχίας και να τις εξισορροπήσει συνθετικά, φατρίασε το σώμα των ιεραρχών στους «δικούς μας» και τους «άλλους» οδηγώντας τις δύο μερίδες σ’ έναν ανταγωνισμό αλληλοεξουδετερώσεως. Αναφέρεται από σημαντικές, εξέχουσες προσωπικότητες του ακαδημαϊκού και εκκλησιαστικού χώρου (όπως π.χ. από τον καθηγητή Σάββα Αγουρίδη και τον καθηγητή, νυν Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο Γιαννουλάτο) ότι ο Ιερώνυμος Κοτσώνης θέλησε πράγματι να ανανεώσει την ελλαδική εκκλησιαστική πραγματικότητα. Όμως η επιλογή του να επιχειρήσει το ανανεωτικό του έργο στηριζόμενος στη δικτατορία και στις θρησκευτικές οργανώσεις καθώς και η τακτική του να στηριχθεί στους ομόφρονές του αρχιερείς παραμερίζοντας –έως και εκτοπίζοντας– τους διαφορετικής ιδεολογικοπολιτικής και εκκλησιολογικής αντιλήψεως ιεράρχες, κατέδειξαν και τα όρια αυτής της προσπάθειας.

ΕΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙ

Οι ενέργειες τόσο του Ιερωνύμου (Κοτσώνη, 1967-1973), όσο και του διαδόχου του Σεραφείμ (Τίκα, 1974), που είχαν την κάλυψη Αναγκαστικών Νόμων, Νομοθετικών Διαταγμάτων και Συντακτικών Πράξεων, υπήρξαν «νόμιμες», όχι, όμως, κανονικές, με αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της Εκκλησίας από την κανονικότητα και, σταδιακά, την πρόκληση και ανάπτυξη εσωτερικής έριδας που χώρισε την Ιεραρχία σε παρατάξεις, σε ομάδες˙ στους «δικούς μας» και στους «δικούς σας». Μια πόλωση που αντιπροσώπευσε τη διάσταση, η οποία με τη σειρά της αντιπροσώπευσε –για να μιλήσουμε θεολογικά– την απουσία της θείας χάρης, την απουσία του Αγ. Πνεύματος όσο κι αν η κάθε πλευρά το διεκδικούσε για τον εαυτό της

Στη αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κανονικότητας καταλυτικό ρόλο θα διαδραματίσει η αποκατάσταση της πολιτειακής δημοκρατικής ομαλότητας, καλύπτοντας εσωτερικά τραύματα και πληγές που άφησε πίσω της ως εκκρεμότητα η επτάχρονη δικτατορία. Στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της μεταπολιτεύσεως η συνετή εκκλησιαστική πολιτική που χάραξε ο τότε Πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής όχι μόνο έφερε την ποθουμένη γαλήνη και ηρεμία στο σκάφος της Εκκλησίας, που είχε σοβαρά κλυδωνισθεί στη διάρκεια της προηγηθείσης Επταετίας, αλλά θεμελίωσε τον εκδημοκρατισμό της με σειρά συνταγματικών ρυθμίσεων (κατοχύρωση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξεως του 1928 στο Σ. 1975), και νομοθετημάτων (Καταστατικός Χάρτης, Ν. 590/1977) που ρύθμισαν θετικά τόσο την εσωτερική της λειτουργία, όσο και τις σχέσεις της με την Πολιτεία.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι θεολόγος καθηγητής στη Β/θμια Εκπ/ση, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, συγγραφέας του βιβλίου «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967 – 1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση»

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Η Εκκλησία στη δικτατορία: Mια νηφάλια προσέγγιση

Γραφείο Ρεπορτάζ

Εκδήλωση παρουσίασης βιβλίου «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974», στη Θεσσαλονίκη

Αναδημοσίευση

Παρουσιάσθηκε το βιβλίο του Χάρη Ανδρεόπουλου «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση»

Αναδημοσίευση

Παρουσίαση του βιβλίου «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση»