Προσφάτως, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Άρτης υπέβαλε στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος την παραίτησή του συμφώνως προς το άρθρο 34 πργφ. 2 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Παραλλήλως, στην εγκύκλιο που απέστειλε προς το ποίμνιο της Μητροπόλεως εξέφρασε την ευχή να τον διαδεχθεί στον μητροπολιτικό θρόνο ο νυν Πρωτοσύγγελος της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτης, υποδεικνύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο εμμέσως τον διάδοχό του.

Η ενέργεια αυτή του παραιτηθέντος Μητροπολίτη, η οποία πάντως δεν είναι πρωτόγνωρη για την Εκκλησία, υπαγορεύθηκε προφανώς τόσο από την επιθυμία του αποχωρούντος Ιεράρχη να συνεχισθεί το έργο του από τον διάδοχο επίσκοπο όσο και από την αντίληψη ότι οι κληρικοί που υπηρετούν σε νευραλγικές κυρίως θέσεις μιας Μητροπόλεως έχουν πληρέστερη γνώση των προβλημάτων της επαρχίας. Αμφότερα δεκτά και από ηθικής και από πραγματικής απόψεως. Είναι όμως η ενέργεια αυτή σύμφωνη με τους ιερούς κανόνες; Δικαιούται, δηλαδή, ο αποχωρών Επίσκοπος, να υποδεικνύει τον διάδοχό του;

Οι ιεροί κανόνες αντιμετώπισαν και αυτό το ζήτημα, αποδεικνύοντας μας για μια ακόμη φορά, ότι παρά την κατά χρόνον παλαιότητα τους, παραμένουν όχι μόνον επίκαιροι αλλά και προοδευτικοί για τα δεδομένα της σημερινής εποχής. Διότι, το να απορρίπτει και να απαγορεύει θεσμικώς η Εκκλησία την «οικογενειοκρατική» και την «ευνοιοκεντρική» αντίληψη στον τρόπο αναδείξεως των Ιεραρχών της, προτάσσοντας την αξιοκρατία και την συλλογικότητα στη λήψη της σχετικής αποφάσεως μόνον αναχρονιστικό δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Ειδικότερα:

Από τη μία πλευρά, ο 76ος κανόνας των Αποστόλων αντιμετώπισε το ζήτημα σε στενότερα πλαίσια, απαγορεύοντας στους επισκόπους τον κληρονομικώ δικαίω ορισμό του διαδόχου τους: «Ὅτι οὐ χρή ἐπίσκοπον τῷ ἀδελφῷ, ἢ τῷ υἱῷ, ἢ ἑτέρῳ συγγενεῖ χαριζόμενον, εἰς τό ἀξίωμα τῆς ἐπισκοπῆς χειροτονεῖν ὃν βούλεται· κληρονόμους γάρ τῆς ἐπισκοπῆς ποιεῖσθαι οὐ δίκαιον, τά τοῦ Θεοῦ χαριζόμενον πάθει ἀνθρωπίνῳ· οὐ γάρ τήν τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν ὑπό κληρονόμους ὀφείλει τιθέναι. Εἰ δέ τις τοῦτο ποιήσει, ἄκυρος μενέτω ἡ χειροτονία· αὐτός δέ ἐπιτιμάσθω ἀφορισμῷ» ((βλ. το κείμενο του κανόνα σε Α. Βαβούσκου. Κώδικας Νομοκανονικός, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 260).

Ειδικότερα, ο κανόνας απαγόρευσε στους επισκόπους επί ποινή ακυρότητας της χειροτονίας και αφορισμού των ιδίων, να ορίζουν ως διάδοχό τους τον αδελφό τους, τον υιό τους ή άλλο οποιοδήποτε συγγενικό πρόσωπο, μεταβιβάζοντας ουσιαστικώς ως κληρονομία την επισκοπική περιφέρεια τους, χαρίζοντας όμως ουσιαστικώς στα πρόσωπα αυτά πέραν της επισκοπής τους και την αρχιερατική τους εξουσία, η οποία όμως είναι δωρεά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δωρεάς από άνθρωπο προς άνθρωπο (βλ. το σχόλιο του Ι. Ζωναρά υπό τον κανόνα, Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 98: «Τήν ἀρχιερατικήν ἐξουσίαν, τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάριτος δῶρον νομίζεσθαι χρή. Πῶς οὖν τις τήν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὡς κλῆρον μεταβιβάσει πρός ἕτερον, αὐτῷ χαριζόμενος;»).

Πέραν αυτού, ο ίδιος ερμηνευτής στο σχόλιό του υπό τον κανόνα τονίζει και μια άλλη διάσταση του προβλήματος της κληρονομικώ δικαίω μεταβιβάσεως της επισκοπής σε συγκεκριμένο συγγενικό πρόσωπο, αναρωτώμενος, πως είναι δυνατόν ο επίσκοπος, ενώ δεν δικαιούται να καταλείψει ως κληρονομία στους κληρονόμους του, ό,τι απέκτησε κατά τη διάρκεια της επισκοπείας του (πλην όσων αυτός απέκτησε εκ κληρονομίας από συγγενείς), να δύναται να καταλείψει ως κληρονομία την επισκοπή του και την αρχιερωσύνη: «…οἵτινες γάρ, ἅ ἐκτήσαντο πράγματα ἐν τῷ τῆς ἐπισκοπῆς καιρῷ, οὐκ ἔχουσιν ἄδειαν καταλιμπάνειν οἷς βούλονται, (εἰ μή τά ἐκ διαδοχῆς συγγενῶν περιελθόντα αὐτοῖς, ὡς ὁ τριακοστός δεύτερος κανών τῆς ἐν Καρθαγένῃ συνόδου φησί), πῶς αὐτήν τήν ἐπισκοπήν εἰς ἑτέρους μεταβιβάσουσιν, ὥσπερ κληρονόμους αὐτούς τῆς ποιμαντικῆς έξουσίας, καί τῆς οἰκονομίας τῶν πτωχικῶν πραγμάτων καταλιμπάνοντες, καί διά πάθος ἀνθρώπινον, φιλίαν δηλαδή, ἤ σχέσιν συγγενικήν τά τῷ θεῷ ἀφιερωθέντα, οἷς βούλονται χαριζόμενοι;» (βλ. το σχόλιο σε Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 98).

Περαιτέρω, ο κανόνας φαίνεται να περιορίζει την απαγόρευση μεταβιβάσεως ως κληρονομία της επαρχίας αλλά και της αρχιερωσύνης μόνο στα πρόσωπα, που θεμελιώνουν δικαίωμα κληρονόμου ως συγγενείς του «κληρονομούντος» επισκόπου. Παρά ταύτα, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η απαγόρευση αυτή είναι γενικοτέρου περιεχομένου και αφορά συνεπώς την απαγόρευση μεταβιβάσεως σε κάθε πρόσωπο, που θα μπορούσε να είναι αποδέκτης μιας τέτοιας «κληρονομίας». Και τούτο, διότι το «πνεύμα» του κανόνα δεν είναι να επιτρέψει την περιορισμένη μεταβίβαση επισκοπής και αρχιερωσύνης, εξαιρώντας συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά να απαγορεύσει πλήρως και απολύτως στους επισκόπους την μεταβίβαση αυτή σε πρόσωπο της προσωπικής τους επιλογής, κίνηση η οποία υποκρύπτει μη αξιοκρατική λήψη αποφάσεων και υποθάλπει τον υποβιβασμό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος ως γενεσιουργού αιτίας της αρχιερωσύνης. Την άποψη αυτή για ευρύτερη ερμηνεία του κανόνα, ώστε να συμπεριληφθούν και μη συγγενικά πρόσωπα, εκφράζουν στα σχόλιά τους υπό τον κανόνα τόσο ο Ι. Ζωναράς (βλ. Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 98: «…καί διά πάθος ἀνθρώπινον, φιλίαν δηλαδή, ἤ σχέσιν συγγενικήν».) όσο και ο Θ. Βαλσαμών (βλ. Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 99: «Σύ δέ εἰπέ, ὅτι, κἄν μή εἰς προσγενῆ αὐτοῦ παραπέμψῃ ὁ ἐπίσκοπος τήν ἐπισκοπήν, ἀλλά πρός ἀλλότριον , τό αὐτό γενήσεται.»).

Από την άλλη πλευρά, η τοπική σύνοδος της Αντιοχείας αντιμετώπισε σε ευρύτερα πλαίσια το ζήτημα και με τον 23ο κανόνα της απαγόρευσε στους επισκόπους επί ποινή ακυρότητας, ακόμη και αν οδεύουν προς τας δυσμάς του βίου τους, να ορίζουν οποιοδήποτε πρόσωπο ως διάδοχό τους, υπενθυμίζοντας μάλιστα ότι η κρίση για την εκλογή επισκόπου απαιτείται: α) να είναι η κρίση όχι ενός αλλά περισσοτέρων επισκόπων, β) να εκφράζεται συνοδικώς και γ) να οδηγεί σε επιλογή του αξιοτέρου: «Ἐπίσκοπον μή ἐξεῖναι ἀντ᾽ αὐτοῦ καθιστάν ἕτερον ἑαυτοῦ διάδοχον, κἂν πρός τῇ τελευτῇ τοῦ βίου τυγχάνῃ· εἰ δέ τι, τοιοῦτον γίγνοιτο, ἄκυρον εἶναι τήν κατάστασιν. Φυλάττεσθαι δέ τόν θεσμόν τόν ἐκκλησιαστικόν περιέχοντα, μή δεῖν ἄλλως γίνεσθαι ἐπίσκοπον, ἢ μετά συνόδου καί ἐπικρίσεως ἐπισκόπων, τῶν μετά τήν κοίμησιν τοῦ ἀναπαυσαμένου τήν ἐξουσίαν ἐχόντων τοῦ προάγεσθαι τόν ἄξιον» (βλ. το κείμενο του κανόνα σε Α. Βαβούσκου. Κώδικας Νομοκανονικός, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, σελ.106).

Συμφώνως, λοιπόν, προς το «γράμμα» του κανόνα:
α) Η κρίση περί του προσώπου, που θα εκλεγεί σε μια κενωθείσα επαρχία ανήκει όχι σε έναν αλλά σε περισσοτέρους επισκόπους, ως έκφραση της συλλογικότητας στη λήψη των αποφάσεων.

β) Η κρίση αυτή δεν αρκεί να προέρχεται από πολλούς επισκόπους, αλλά θα πρέπει να εκφράζεται εντός του πλαισίου λειτουργίας της συνόδου της περιφέρειας, στην οποία ανήκει η κενωθείσα επαρχία. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η εκλογή επισκόπου, που στηρίζεται σε εκπεφρασμένη άποψη περισσοτέρων επισκόπων, εάν η άποψη αυτή εκφράσθηκε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο (δι’ επιστολής, διά τηλεφώνου κ.λ.π.) και όχι συνοδικώς.

γ) Η κρίση αυτή θα πρέπει να οδηγεί στην εκλογή του αξιοτέρου εκ των υποψηφίων.

δ) Η επίκληση της αναμενομένης για οποιονδήποτε λόγο (ασθένεια, γήρας) τελευτής του βίου, δεν αποτελεί δικαιολογητικό λόγο για τον οδεύοντα προς την τελευτή τού βίου επίσκοπο, να επιλέξει τον διάδοχό του για την μέλλουσα να κενωθεί επαρχία. Υπό την έννοια βεβαίως της τελευτής δεν θα εννοήσουμε μόνο την επικείμενη τελευτή του επισκόπου αλλά και κάθε λόγο που οδηγεί σε στέρηση της διαποιμάνσεως μιας επισκοπής και κατ’ επέκτασιν και στην χηρεία της, είτε ο λόγος αυτός οφείλεται σε πρωτοβουλία του επισκόπου (παραίτηση) είτε σε λόγο ανεξάρτητο της θελήσεώς του (μετάθεση, καθαίρεση, παύση, προαγωγή σε ανώτερο θρόνο). Και τούτο, διότι αναλογικώς προς όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τον τον 76ο κανόνα των Αποστόλων, το «πνεύμα» και αυτού του κανόνα δεν είναι η σχετικοποίηση της απαγορεύσεως και ο περιορισμός του φαινομένου μόνο στην περίπτωση που επίκειται η τελευτή του επισκόπου αλλά η απόλυτη απαγόρευση και εξάλειψη του φαινομένου, ανεξαρτήτως των λόγων που το προκαλούν.

Στις μέρες μας, υπήρξαν περιπτώσεις που η αποχώρηση Μητροπολίτη της Εκκλησίας της Ελλάδος από την Ιερά Μητρόπολή του διασυνδέθηκε από τον αποχωρούντα Μητροπολίτη με την εκλογή στην χηρεύουσα Ιερά Μητρόπολη στενού συνεργάτη του στην διοίκηση αυτής. Η διασύνδεση αυτή έλαβε χώρα είτε με άμεση είτε με έμμεση υπόδειξη.

Εσχάτως, τέτοια διασύνδεση παρουσιάσθηκε στην περίπτωση της παραιτήσεως του Μητροπολίτη Άρτης, ο οποίος εξέφρασε – όπως προαναφέρθηκε – στην εγκύκλιό του προς το ποίμνιο της Ιεράς Μητροπόλεως την ευχή να εκλεγεί νέος Μητροπολίτης Άρτης ο νυν Πρωτοσύγγελος αυτής.

Η ενέργεια αυτή δεν συνιστά ως πραγματικό γεγονός αποτύπωση της πράξεως που αναφέρεται στους κανόνες 76ο των Αποστόλων και 23ο της Αντιοχείας, ώστε να θεωρηθεί συμφώνως προς το «γράμμα» των δύο κανόνων αντικανονική. Άλλωστε είναι μάλλον απίθανο να υπάρξει περίπτωση, που αποχωρών Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος θα ορίσει διάδοχο με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις, που καταγράφονται στους δύο αυτούς κανόνες. Συνιστά όμως ενέργεια, που τοποθετείται στα ακραία όρια, που οι δύο αυτοί κανόνες θέτουν, διότι ναι μεν μ’ αυτήν δεν επέρχεται ο ορισμός διαδόχου και η μεταβίβαση της διαποιμάνσεως της εν χηρεία Ιεράς Μητροπόλεως στον κληρικό, υπέρ του οποίου τάχθηκε ο αποχωρήσας Μητροπολίτης, ενεργοποιείται όμως η διαδικασία για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, αποκλειομένης κατόπιν τούτου της αντικειμενικής κρίσεως των υποψηφίων. Συνεπώς, η ενέργεια αυτή έρχεται σε αντίθεση με το «πνεύμα» των δύο κανόνων, δηλαδή την απάλειψη γενικότερα του φαινομένου της υποδείξεως από τον αποχωρούντα επίσκοπο του διαδόχου του στην επαρχία αλλά και στην αρχιερωσύνη, είτε η υπόδειξη αυτή γίνεται με άμεσο τρόπο (σαφής και ρητή γνωστοποίηση της επιθυμίας να είναι ο διάδοχος επίσκοπος συγκεκριμένο πρόσωπο) είτε με έμμεσο τρόπο (διατύπωση ευχής περί εκλογής συγκεκριμένου προσώπου ως διαδόχου).

Εν κατακλείδι, τέτοιες ενέργειες, όπως αυτή του παραιτηθέντος Μητροπολίτη Άρτης να εκφράσει την ευχή της εκλογής του Πρωτοσυγγέλου της Ιεράς Μητροπόλεως ως Προκαθημένου αυτής, δεν συνιστούν αμέσως αντικανονικές συμπεριφορές. Κινούνται οριακώς εντός του πλαισίου εφαρμογής των δύο κανόνων, ερχόμενες σε αντίθεση με το «πνεύμα» αυτών, επιφέροντας όμως μια αξιοσημείωτη συνέπεια. Αφαιρούν από την υποψηφιότητά του υποδεικνυομένου από τον απερχόμενο Αρχιερέα κληρικού το νομιμοποιητικό υπόβαθρο της αξιοκρατικής και αντικειμενικής αξιολογήσεως του – έστω και αν η υπόδειξη γίνεται κατ’ ευχήν.
Οι ενέργειες αυτές είναι, όπως ανέφερα και παραπάνω, αποδεκτές ηθικώς αλλά και πραγματικώς. Δεν είναι όμως πλήρως αποδεκτές από κανονικής απόψεως.

Ο κ. Αναστάσιος Βαβούσκος είναι Δικηγόρος, Δρ. του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ.

Ετικέτες: