Έμμεση απάντηση στο δριμύ κατηγορώ του πρώην υπουργού Παιδείας έστειλε από τη Θεσσαλονίκη ο Αρχιεπίσκοπος. Κατά τη διάρκεια της τελετής αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα των θεολογικών σχολών του ΑΠΘ  αναφέρθηκε στο παράδειγμα του Ιησού που δεν ήρθε για να διακονηθεί, αλλά για να διακονήσει απαντώντας σε όσους κατηγορούν τον ίδιο και την Εκκλησία για προσπάθεια εμπλοκής σε αλλότρια ζητήματα πως «δεν ζητάμε εξουσία. Υπάρχει μια διαφορά, άλλο να ζητάς εξουσία, αυτή που δεν επιτρέπεται, και άλλο να είσαι παιδαγωγός, που οδηγείς τους ανθρώπους και να μην έχεις λόγο για τις καταχρήσεις, την αλαζονεία την υπερφλύαρη. Πρέπει να ξεκαθαριστεί αυτό. Άλλο η διακονία, άλλο η αγάπη και άλλο η εξουσία ή η ειλικρινής παρατήρηση».

Ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας, φανερά συγκινημένος, εξέφρασε θερμές ευχαριστίες ευγνωμοσύνη, για την τιμητική αυτή διάκριση χαρακτηρίζοντας την σημερινή ημέρα κομβικό σημείο στη ζωή του.

Μίλησε για τα προβλήματα της εποχής, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, υπογραμμίζοντας πως «η οικονομική κρίση είναι αποτέλεσμα της πνευματικής κρίσης» και αναφέρθηκε στην αξία της συνεργασίας και του εθελοντισμού. Αναφέρθηκε στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας λέγοντας πως στηρίζεται στους ανθρώπους που προσφέρουν και αυτούς χρειάζεται να τιμήσουμε.

Η τελετή αναγόρευσης του Αρχιεπισκόπου σε επίτιμο διδάκτορα έγινε παρουσία του υφυπουργού Παιδείας Κ. Ζουράρη, του Γ.Γ. Θρησκευμάτων Γ. Καλαντζή και πολλών επισήμων.

Παρέστησαν επίσης οι μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Άνθιμος, Γουμενίσσης Δημήτριος, Ξάνθης Παντελεήμων, Δημητριάδος Ιγνάτιος, Διαυλείας Αλέξιος, Φλωρίνης Θεόκλητος, Θερμοπυλών Κασσανδρείας Νικόδημος, Σερρών Θεολόγος, Νεαπόλεως Βαρνάβας, Μεσσηνίας Χρυσόστομος, Θηβών Γεώργιος, Ιλίου Αθηναγόρας, Λαγκαδά Ιωάννης, Νέας Ιωνίας Γαβριήλ, Ιερισσού Θεόκλητος, Μαρωνείας Παντελεήμων, Κίτρους Γεώργιος, Ιωαννίνων Μάξιμος, Γρεβενών Δαβίδ, Νέας Κρήνης Ιουστίνος, κ.α.

Οι δύο έπαινοι του τιμωμένου ανεγνώσθησαν από τον Μητροπολίτη Προύσης κ. Ελπιδοφόρο, Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας και από τον Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέα, Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας.

Ο Αρχιεπίσκοπος ανέπτυξε επιστημονική εισήγησή με τίτλο «Η Θήβα της Βοιωτίας στον 16ο μ.Χ. αιώνα».

 

Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου

Μια από τις παροιμίες που βρίσκεται αποθησαυρισμένη στην ομώνυμη συλλογή γνωμικών της Παλαιάς Διαθήκης, λέει χαρακτηριστικά:

Όσοι δεν σέβονται τα συνέδρια, αναβάλλουν την εκτέλεση των αποφάσεων· αλλά η σωστή απόφαση προκύπτει από τη σύσκεψη συμβούλων.
(Παρ 11:14)

Νομίζω, πως η παροιμία αυτή περιγράφει με τρόπο γλαφυρό ένα βασικό χαρακτηριστικό του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, καθώς καθ’ όλη τη διάρκεια της διακονίας του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο επιδίωξε την ανοιχτή συζήτηση όλων των θεμάτων όχι μόνο μέσα στη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος αλλά και δημιουργώντας ευκαιρίες συμμετοχής στη συζήτηση και άλλων παραγόντων της εκκλησιαστικής και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Προσωπικά, είχα αρκετές ευκαιρίες να διαπιστώσω την ανοιχτότητα του αρχιεπισκόπου αλλά και την ετοιμότητά του να ακούσει, να κατανοήσει αλλά ακόμη και να αλλάξει γνώμη, όταν διαπίστωνε ότι ο συνομιλητής του είχε δίκιο στην επιχειρηματολογία του.

Λέγεται ότι μεγαλύτερο κίνδυνο για έναν ηγέτη δεν αποτελεί κάποια ενδεχόμενη αποτυχία του αλλά οι επιτυχίες του σε πράγματα ασήμαντα. Όμως ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος δεν παρασείρθηκε ποτέ από τις σειρίνες του λαϊκισμού και της αυτοπροβολής και δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τον πραγματικό στόχο του, να διατηρήσει την ενότητα της ιεραρχίας της Εκκλησίας και να την αναδείξει σε κατ’ εξοχήν παράγοντα σταθερότητας μέσα στην κοινωνία που απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού σε πολύ υψηλότερο ποσοστό από οποιονδήποτε άλλο θεσμό στη χώρα.

Σήμερα η χριστιανική πίστη βρίσκεται σε μια νέα κρίσιμη καμπή και αντιμετωπίζει προκλήσεις που θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με εκείνες που αντιμετώπισε κατά τους πρώτους αιώνες της διάδοσής της, καθώς η σύγχρονη κοινωνία έχει φτάσει σε ένα αδιέξοδο από το οποίο αναζητά δρόμους εξόδου. Το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η αναζήτηση αυτή δεν περιορίζεται στους κύκλους των κοινωνιολόγων, αλλά συνιστά βασικό χαρακτηριστικό ολόκληρης της ανθρώπινης κοινωνίας, η οποία έχει αποδυθεί σε μια διαρκή αναζήτηση νέων αξιών και προσανατολισμών, που με τη σειρά της προκαλεί ραγδαίες μεταβολές σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Από την άποψη αυτή η σύγχρονη κοινωνία εμφανίζει πολλά κοινά με την κοινωνία της εποχής του Χριστού. Όπως τότε οι καθημαγμένοι από τους πολέμους και τους ανταγωνισμούς των ελληνιστικών βασιλείων λαοί έβλεπαν στην επιβολή της pax romana μια λύση στα προβλήματα ασφάλειας που αντιμετώπιζαν, έτσι και σήμερα οι λαοί της Ευρώπης μετά τη φρίκη και την οδύνη που άφησε πίσω του ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος αναζήτησαν καταφύγιο στο όραμα μιας ενωμένης Ευρώπης. Όπως τότε η διάψευση των ελπίδων και η ηθική κατάπτωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οδήγησαν τους ανθρώπους στην αναζήτηση νέων αξιών στις μυστηριακές θρησκείες της Ανατολής, έτσι και σήμερα, η οικονομική κρίση και η φτωχοποίηση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων στην Ευρώπη, οδήγησαν τους πολίτες της σε μια εσωστρέφεια και συντηριτικοποίηση που εκφράζεται με ενίσχυση του φουνταμενταλισμού αλλά και την εμφάνιση των πλέον απίθανων θρησκευτικών δοξασιών. Έτσι, σήμερα όλο και περισσότεροι άνθρωποι καλής θελήσεως αναγνωρίζουν ότι για την επίτευξη της πολυπόθητης ενότητας της κοινωνίας απαιτείται μια νέα σύνθεση που θα εδράζεται σταθερά στο γόνιμο έδαφος της παράδοσης, χωρίς όμως να χάνει από το οπτικό της πεδίο τη συνολική εικόνα ενός κόσμου που αλλάζει ραγδαία και ριζικά. Μόνον φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα άνθρωποι και κατάλληλα προετοιμασμένοι για αυτό το έργο, μπορούν να αντιληφθούν τα σημεία των καιρών και τις επερχόμενες αλλαγές. Ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ανήκει αναμφίβολα στη χορεία αυτών των ανθρώπων, όπως προκύπτει από τις εξαιρετικές σπουδές του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά και από το πλούσιο κοινωνικό του έργο που έχει ως κέντρο του τον άνθρωπο και την ανάδειξη του ανθρωπίνου προσώπου καθώς επίσης και της ελευθερίας του να καλλιεργεί σχέσεις κοινωνίας και ειρήνης με ευαισθησία και αλληλεγγύη.

Όμως ένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να σηκώσει όλο αυτό το βάρος χωρίς τη συνεχή ανατροφοδότηση από τις λοιπές πνευματικές δυνάμεις του τόπου, που εργάζονται με τον ίδιο ζήλο και υπευθυνότητα για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της εποχής, θέτοντας υπεράνω όλων τη με κάθε τρόπο στήριξη του έργου της Εκκλησίας, με την παραγωγή ενός νηφάλιου και επιστημονικά τεκμηριωμένου λόγου χωρίς να αγνοεί τα νέα δεδομένα. Οι Θεολογικές Σχολές μπορούν να συζητήσουν και να αναζητήσουν λύσεις σε θέματα που η Ιεραρχία της Εκκλησίας αδυνατεί να συζητήσει, καθώς ως ακαδημαϊκά ιδρύματα δεν ασκούν διοίκηση και τα μέλη τους παραμένουν στην πλειονότητά τους προσηλωμένα στην επίτευξη των στόχων της Εκκλησίας, ακόμη και όταν δέχονται άδικες επιθέσεις από φουνταμενταλιστικούς κύκλους που δυστυχώς απειλούν να αλώσουν και ένα, ευτυχώς μικρό, κομμάτι της Ιεραρχίας της Εκκλησίας.

Τιμώντας σήμερα η Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο καταφάσκει στην ιδέα της ανάπτυξης μιας θεολογίας αλληλεγγύης με κέντρο τον άνθρωπο και την πραγματική σχέση του με τον Θεό, αλλά και εκφράζει την ελπίδα για μια νέα αρχή στη συνεργασία των Θεολογικών Σχολών με την ηγεσία της Εκκλησίας. Με αυτές τις σκέψεις συγχαίρω την απόφαση της Σχολής και καλωσορίζω τον μακαριότατο αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο στις τάξεις των επιτίμων διδακτόρων του!

Tagged: