Tο θεματικό πλαίσιο του κειμένου που ακολουθεί απορρέει από την προβληματική που διατυπώνεται στην γ’ ερωταπόκριση μεταξύ του Μάρκου Αλεξανδρείας και του Θεοδώρου Βαλσαμώνος. Το ερώτημα που υπέβαλε ο πρώτος στον δεύτερο είναι το εξής: «Τα εξήκοντα βιβλία των νόμων, τα λεγόμενα Βασιλικά, ου διεδόθησαν εις τας χώρας ημών, διά τούτο νυκτοβατούμεν όσον το εις αυτά. Ζητούμεν ουν μαθείν ει εντεύθεν κατακρινόμεθα;».

            Ο Μάρκος, απευθυνόμενος στον έμπειρο βυζαντινό κανονολόγο, που είχε κεντρικό ρόλο στην ερμηνεία των ιερών κανόνων, έχοντας εξαιρετική πρόσβαση στις κανονικές αποφάσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τον 12ο αιώνα, δεν επιδιώκει να αποσπάσει μια απάντηση σε ένα ερώτημα ακαδημαϊκού χαρακτήρα, αλλά τη λύση σε ένα υπαρκτό ποιμαντικό πρόβλημα, για το οποίο ως υπεύθυνος ποιμενάρχης εξέφρασε την προσωπική του αγωνία, όπως δηλώνουν οι λέξεις «νυκτοβατούμεν» και «κατακρινόμεθα».

            Ο Βαλσαμών στην απάντησή του τοποθετεί τον Πατριάρχη Μάρκο, καταρχήν ενώπιον μιας θεμελιώδους αρχής της πολιτικής θεωρίας των βυζαντινών: «Οι γουν αυχούντες βίον ορθόδοξον, καν εξ Ανατολών ώσιν, καν εξ Αλεξανδρέων, κάν ετέρωθεν, Ρωμαίοι λέγονται και κατά τους νόμους αναγκάζονται πολιτεύεσθαι». Επομένως, οι ρωμαϊκοί νόμοι έχουν εύρος ισχύος στους ορθόδοξους λαούς, ελεύθερους και μη, με τον Βαλσαμώνα να κατονομάζει πρώτα τους Ανατολικούς, δηλαδή το ποίμνιό του, το οποίο όμως ο ίδιος ουδέποτε γνώρισε από κοντά, είτε γιατί δεν θέλησε είτε γιατί δεν μπόρεσε να μεταβεί στην έδρα του, καθόσον τότε το Πατριαρχείο Αντιοχείας βρισκόταν στα χέρια των Λατίνων. Γνωρίζοντας όμως πολύ καλά τις συνθήκες που υπήρχαν στις αιχμάλωτες επαρχίες και διακρινόμενος για τον ρεαλισμό του, παραδέχεται ότι οι υπόδουλοι ορθόδοξοι «ου συσφίγγονται τω νόμω τω φάσκοντι˙ Ου δει Ρωμαίον άνδρα νόμον αγνοείν», προφανώς γιατί αυτοί ήταν ευάλωτοι, δηλαδή δέσμιοι στις προθέσεις των κυριάρχων. Έτσι, η ανάγκη, κατ’ αυτόν, στενεύει τα όρια του πεδίου εφαρμογής των νόμων. Στην πραγματικότητα θεωρεί ότι οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται σε απόλυτο βαθμό μόνο στην Κωνσταντινούπολη. «Μόνοι γάρ οι κατοικούντες την Ρώμην, την βασιλίδα δηλονότι των πόλεων, την κατησφαλισμένην ομοίοις [τοις νόμοις] πυργώμασι, και πολλούς πλουτούσαν νομομαθείς ταις εκ τούτων σιδηροπέδαις κατέχονται˙ διό ούτοι μέν αγνοήσαι νόμον διενιστάμενοι ου συγγινώσκονται, κάν χειρονάκται, καν αγύρται τινές ώσιν και γραμμάτων ανήκοοι, ως δυνάμενοι τα των νόμων μαθείν εκ των συγκατοίκων αυτών». Αντίθετα, «οι έξω της Ρώμης διάγοντες, αγρόται δηλονότι και λοιποί (που σημαίνει συλλήβδην οι ευρισκόμενοι στην επαρχία), πολλώ δε πλέον Αλεξανδρείς, (δηλαδή υπόδουλοι) νόμον πολιτικόν αγνοήσαι συγγινώσκονται». Παρά ταύτα, η ποιμαντική ευαισθησία αλλά και το χρέος του νομομαθούς κανονολόγου τον υποχρεώνουν να παραδεχθεί ότι και για τους υπόδουλους ορθόδοξους λαούς υπάρχουν περιθώρια κατάρτισης και γι’ αυτό τους συνιστά να την επιδιώξουν. «Καλόν γουν εστί και τούτους ερωτάν και μανθάνειν τα νομικά παραγγέλματα. Ει δε δυσχερές εστί, συγγνώμης αξιωθήσονται».

            Στην ερωταπόκριση σχηματίζονται δυο διαφορετικές εικόνες. Στην πρώτη παριστάνονται τα ισχυρά πλεονεκτήματα του κέντρου, που κωδικοποιούνται στο ότι αυτό διαθέτει τις νομικές βίβλους και πλήθος νομομαθών που μπορούν να διοχετεύσουν στα ευρύτερα στρώματα τις επιταγές του νομοθέτη. Αντίθετα, η επαρχία υστερεί και στα δυο, σε τέτοιο βαθμό, που οδηγεί τον Πατριάρχη Μάρκο να χαρακτηρίσει την κατάσταση με τον όρο «νυκτοβατούμεν». Σε άλλο σημείο του ιδίου corpus των ερωταποκρίσεων ο Βαλσαμών προσθέτει και ένα ακόμη παράγοντα, που είχε ιστορικό βάθος αλλά και νομική τεκμηρίωση. Συγκεκριμένα, στο ερώτημα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας: Εάν πρέπει να τελούνται οι αρχαίες λειτουργίες των αποστόλων Μάρκου και Ιακώβου, σύμφωνα με τη λειτουργική πράξη των δυο παλαιφάτων Πατριαρχείων, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, ο Βαλσαμών είναι αρνητικός, προβάλλοντας αποκλειστικά τη λειτουργική τάξη της Κωνσταντινούπολης, που γνώριζε μόνο τις λειτουργίες του Μεγάλου Βασιλείου και του Χρυσοστόμου. Για να υποστηρίξει τη θέση του επικαλείται, σε αυτή την περίπτωση, το έθος που επέχει θέση νόμου, στηριζόμενος σε μια παλαιά αρχή, που διετύπωσε ο Ρωμαίος νομοδιδάσκαλος Ουλπιανός και στη συνέχεια υιοθετήθηκε από τους χριστιανούς Ρωμαίους, εντασσόμενη και στη συλλογή των Βασιλικών: «Διά τοι τούτο και οφείλουσι πάσαι αι Εκκλησίαι του Θεού ακολουθείν τω έθει της Νέας Ρώμης, ήτοι της Κωνσταντινουπόλεως, και ιερουργείν κατά τας παραδόσεις των μεγάλων διδασκάλων και φωστήρων της ευσεβείας, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του αγίου Βασιλείου. Φησί γάρ το μα’ κεφάλαιον του α’ τίτλου του β’ βιβλίου των Βασιλικών˙ Περί ων έγγραφος ου κείται νόμος, παραφυλάττειν δει το έθος, ω η Ρώμη κέχρηται». Επομένως, εκτός του γραπτού νόμου, το έθος υποστήριζε την αυθεντία της Νέας Ρώμης και προέβαλλε πολλαπλώς την παράδοσή της, τόσο στο επίπεδο της πολιτειακής όσο και της εκκλησιαστικής νομοθεσίας. Εξάλλου, ο αυτοκράτορας και ο οικουμενικός πατριάρχης ήταν οι δυο ισχυροί πυλώνες της εξουσίας, που αντίστοιχα φρόντιζαν για τα σώματα και τις ψυχές των πολιτών. Ο ιερός Φώτιος καλλιέργησε με επιμονή αυτό το μοτίβο˙ θα έλεγα, σε σημείο που εν πολλοίς η δυναμική των δυο εξουσιών σταδιακά έθεσε στο περιθώριο την ανάγκη για σύγκληση Οικουμενικής συνόδου.

            Στην ίδια συνάφεια, μπορούμε να επικαλεστούμε και μια χρήσιμη μαρτυρία του Νίκωνος Μαυρορείτη, για τον οποίο θα γίνει εκτενέστερος λόγος στη συνέχεια. Ο Νίκων, αναζητώντας πηγές για να τεκμηριώσει την εγκυρότητα του Νομοκάνονα που αποδίδεται στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Νηστευτή (582-595), όπως και τον ένθεσμο χαρακτήρα της νηστείας του Αυγούστου, επικαλέστηκε τη Σύνοδο της Ενώσεως (920), το κύρος της οποίας οφείλεται, όπως υποστήριξε, κυρίως στο γεγονός ότι αυτή «ουκ εν γωνία μιά, είτε εις μικράν τινά πόλιν και ουδαμινήν γενομένην, αλλά εις αυτήν την Βασιλεύουσαν την Κωνσταντινούπολιν». Έτσι, η σπουδαιότητα του τόπου παρείχε την προοπτική εξακτίνωσης των συνόδων που γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη, ως συνόδων υψίστου κύρους. Για τον Νίκωνα, η Κωνσταντινούπολη είναι «η ρίζα των χριστιανών». Το δέντρο με τη βαθιά ρίζα και τους ανοιχτούς κλάδους, που εξεικονίζει το χριστιανικό κράτος, εκφράζει παραστατικά το πως ένα πρόσωπο της επαρχίας αντιλαμβανόταν το κέντρο.

            Τα παραπάνω δίνουν το πλαίσιο του προβληματισμού μας: Εάν η Κωνσταντινούπολη έχει την αυθεντία, επειδή σε αυτήν ευρίσκεται η κεντρική εξουσία και επειδή έχει πλήθος νομομαθών και διαθέτει τις νομικές βίβλους, τι γίνεται με την επαρχία που υστερεί σε αυτά; Πως προσλαμβάνεται η νομική παιδεία και πως καλλιεργείται το κανονικό συνειδός στη βυζαντινή περιφέρεια; Στον ίδιο προβληματισμό θα πρέπει να αναζητήσουμε, αν υπήρχαν στην επαρχία καταρτισμένα πρόσωπα που θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν επαρκώς τους ιερούς κανόνες.

Είναι σημαντικό ότι από την εποχή του Φωτίου και εντεύθεν όλο και περισσότερο η επαρχία απευθύνει ερωτήματα κανονικού περιεχομένου προς το κέντρο, αναζητώντας κατευθύνσεις στην επίλυση κανονικών ζητημάτων. Εξάλλου, τέτοια ήταν και τα ερωτήματα του Μάρκου Αλεξανδρείας προς τον Θεόδωρο Βαλσαμώνα. Στις κανονικές ερωτήσεις δίνεται η εντύπωση ότι η επαρχία αισθανόταν αδύναμη να λάβει αποφάσεις, και έτσι προσφεύγει στην αυθεντία του κέντρου. Από αυτόν τον κανόνα θα πρέπει να εξαιρεθούν όλοι εκείνοι οι κληρικοί της επαρχίας, που έζησαν για πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, απέκτησαν εκεί νομική και κανονική παιδεία συνήθως υψηλού επιπέδου και στη συνέχεια έλαβαν υπεύθυνες θέσεις στην περιφέρεια, όπως είναι, για παράδειγμα, ο Δημήτριος Χωματηνός και ο Ιωάννης Απόκαυκος. Το κέντρο επέλεγε πεπαιδευμένους ιεράρχες σε περίοπτους εκκλησιαστικούς θρόνους της περιφέρειας, έχοντας πλήρη πεποίθηση ότι δια αυτού του τρόπου θα διασφάλιζε τη νομιμότητα και την κανονικότητα.

Οι λόγιοι κληρικοί που έφευγαν από την Κωνσταντινούπολη στην επαρχία για να αναλάβουν τη διαποίμανση του λαού κατά τεκμήριον ήταν ικανά πρόσωπα για την εφαρμογή των ιερών κανόνων. Όμως δεν πρέπει να στηριχθούμε σε αυτά τα πρόσωπα, για να διαπιστώσουμε το επίπεδο της νομοκανονικής λογιοσύνης στην περιφέρεια. Είναι ανάγκη να την αναζητήσουμε σε πρόσωπα που ουδέποτε σχετίστηκαν με το περιβάλλον και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης. Τέτοιοι, για την εποχή του Βαλσαμώνα, είναι ο Νίκων, που έζησε τον 11ο αιώνα σε μονές του Μαύρου Όρους στην Αντιόχεια, και ο άγιος Νεόφυτος Έγκλειστος˙ αμφότεροι με πολύ σημαντική συγγραφική παραγωγή. Είχαν παράλληλους βίους, που διαπιστώνεται από το γεγονός ότι και οι δυο ήταν αυτοδίδακτοι, κατηύθυναν μοναστικές αδελφότητες, συντάσσοντας και σχετικά κανονικά κείμενα (Διαθήκη, Τυπικό), ενώ εξέφραζαν βαθύτατο αίσθημα ευθύνης για την κατάρτιση των ορθοδόξων της επαρχίας, εν μέσω ποικίλων προσβολών από αλλογενείς και ετεροδόξους. Ο δεύτερος φαίνεται ότι γνώριζε τα κείμενα του πρώτου, καθόσον υπήρχαν αντίγραφα στη βιβλιοθήκη της Μονής του αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου Κουτζοβέντη. Από τη μελέτη του Μεγάλου Βιβλίου, όπως χαρακτηρίζεται από τον Νίκωνα, δηλαδή των Ερμηνειών των εντολών του Κυρίου, που είναι ένα εκτενέστατο ανθολόγιο διαιρεμένο σε 63 λόγους, φαίνεται ότι επηρεάστηκε ο Νεόφυτος στο σχεδόν ομότιτλο έργο του, Ερμηνείαι των δεσποτικών εντολών. Ο Νίκων και ο άγιος Νεόφυτος είναι ένας σημαντικός κρίκος μιας μακροχρόνιας σχέσης της Κύπρου με την πνευματική της ενδοχώρα, που δεν είναι άλλη από τις απέναντι περιοχές.

Καθώς ο χρόνος δεν θα μας επιτρέψει να επεκταθούμε στο πλάτος και στο βάθος των μαρτυριών που περιέχονται στα έργα των δύο συγγραφέων, ιδίως του πρώτου, είναι ανάγκη, τουλάχιστον σε αυτή τη μορφή της εισήγησής μας, να εστιάσουμε στα σημεία που ανοίγουν τον δρόμο σε αυτό που αναζητούμε. Αυθόρμητα το πρώτο ερώτημα που κεντρίζει το θαυμασμό είναι το πως ο Νίκων, που το στρατιωτικό του επάγγελμα κατά τα νεανικά του χρόνια δεν του επέτρεψε να μορφωθεί, αλλά παρέμεινε «χωρικός και ιδιώτης και απαίδευτος της έξω παιδείας», και πως ο Νεόφυτος που «παρά των τεκόντων ουδέ μίαν ημέραν των μαθημάτων διατριβήν επεδόθη ως και αυτό αγνοείν το πρώτον στοιχείον των γραμμάτων», μπόρεσαν να ξεπεράσουν την αμάθεια και να καταρτιστούν σε εντυπωσιακό βαθμό θεολογικά, λαμβάνοντας ικανοποιητική γνώση ειδικότερα και της κανονικής διδασκαλίας της Εκκλησίας; Από τους δύο, ο Νίκων προχώρησε σε πιο συστηματική διερεύνηση των κανονικών πηγών και έτσι πέτυχε να εμβαθύνει περισσότερο στο περιεχόμενό τους και να αντιμετωπίσει με επιτυχία επίμαχα κανονικά θέματα, καταθέτοντας υψηλή κριτική σκέψη. Ποιοι ήταν οι δίαυλοι της κατάρτισής τους;

Η εύκολη απάντηση, που τεκμηριώνεται και από τα κείμενά τους, είναι ότι και οι δύο μορφώθηκαν στα μοναστήρια, όπου ήταν διαθέσιμες οι νομοκανονικές βίβλοι. Αυτό όμως δεν αρκεί. Εξάλλου για την πρόσληψη της κανονικής διδασκαλίας προϋποτίθεται ένα υγιές κανονικό συνειδός, ώστε να κατανοηθούν ορθά οι ιστορικοδογματικές αρχές του κανονικού νομοθέτη, διαφορετικά συντρέχει ο κίνδυνος εκτροπής στην πλάνη. Σε αυτή την περίπτωση, πλάνη μπορεί να θεωρηθεί και ο εγκλωβισμός στο γράμμα του νόμου. Για να ξεπεραστεί αυτός ο κίνδυνος καθοριστικό ρόλο είχαν οι πνευματικές προσωπικότητες που μπορούσαν να μυήσουν στα κριτήρια του κανονικού νομοθέτη. Περαιτέρω ο μοναχισμός είχε τον δικό του τρόπο πρόσληψης της κανονικότητας καταθέτοντας ιδιαίτερο στίγμα.

Για τους μοναχούς οι κανόνες, ιδιαίτερα αυτοί που συντάχθηκαν από τους πατέρες του κοινοβιακού μοναχισμού, αποσκοπούν πρωτίστως στο να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον, όπου θα πραγματώνεται η αγγελική πολιτεία στη γη. Αυτό το πνεύμα έδινε μια δυναμική και σχημάτιζε προϋποθέσεις για πλουραλιστική θεώρηση των ιερών κανόνων. Για αυτούς οι εντολές του Κυρίου και οι ιεροί κανόνες συνυφαίνονται, επειδή είναι θεολογικοί δείκτες διατυπωμένοι με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, για τη πνευματική μεθηλικίωση των ανθρώπων.

Σε αυτό το κλίμα ανδρώθηκαν πνευματικά οι δύο συγγραφείς έχοντας ως αρχικό βοήθημα ο καθένας ξεχωριστά ένα corpus βιβλικών εντολών, που συνιστούσε τον νέο δεκάλογο της κατά Χριστόν νομοθεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Νεόφυτος πολύ νωρίς «συνέλεξε τας εντολάς τας αγίας του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εν μικρώ πυκτιδίω, κρίνας ότι κρείττον εστίν εγγράφως αυτάς κατέχειν, καν εις εμήν γένωνται καταδίκην δια το μη φυλάττειν αυτάς» (4,15). Το ίδιο και ο Νίκων παρέλαβε από τον πνευματικό του πατέρα Λουκά Αναζάρβεως ένα παρόμοιο corpus. «Εξ αρχής παρέδωκέν μοι (ο γέρων) εγγράφως τας εντολάς του Κυρίου τας εν τω Ευαγγελίου γεγραμμένας και τα παρά αυτού ενετείλατό μοι όσα εγίνωσκεν εις το μοναστήριόν του, ότι εάν φυλάττωνται εις ωφέλειαν γενήσονται… Και ως πολλά ηγάπουν τας εντολάς του Χριστού, ας παρά του πατρός μου παρέλαβον, ερευνήσας τας ερμηνείας αυτών και ετέρας θείας γραφάς διαφόρους εις τας συντείνοντας εις τας αυτάς ερμηνείας και απηρτίσθην το όπερ γιγνώσκεις βιβλίον (Ερμηνείαι των εντολών του Κυρίου). Και αυτό ήν πάντοτε εις διδασκαλίαν και νουθεσίαν, ομοίως και τότες εις την αρχήν μου, και αυτό προσείχα καί τινα άλλο ου προσείχα, το άντικρυς τούτων πράττοντα έριζα, αλλά μόνον εκείνα τα του κτήτορος και πατρός μου παρέλαβον τα συντείνοντα τας θείας γραφάς και πάλιν τας εντολάς του Χριστού ας εγγράφως παρέδωκέν μοι».

Οι δύο συλλογές των εντολών έγιναν οι πυρήνες των ομότιτλων έργων, που ήδη μνημονεύσαμε. Όμως μεταξύ των δύο έργων υπάρχουν διαφορές, με πιο χαρακτηριστική ότι στο ανθολόγιο του Νίκωνα, μετά τα βιβλικά και πατερικά παραθέματα, που υπομνηματίζουν τις εντολές, προστίθενται οι σχετικοί με το περιεχόμενο κάθε λόγου ιεροί κανόνες και στη συνέχεια επιλεκτικά ανθολογούνται οι παράλληλοι πολιτικοί νόμοι. Είναι δηλαδή το έργο ένας ιδιότυπος νομοκάνονας. Η ποιμαντική στόχευση του συγγραφέα είναι η εξής: πρώτα απευθύνεται στην προαίρεση των ανθρώπων, υποδεικνύοντας τις θείες εντολές, οι οποίες εκ της φύσεώς τους σέβονται την ελευθερία του προσώπου, και έπειτα για τους απρόθυμους επισείει την απειλή των κανόνων και των νόμων, προβάλλοντας αντίστοιχα τα επιτίμια και τις σωματικές τιμωρίες. Η τριπλή διαβάθμιση των ανθολογούμενων κειμένων οικοδομούσε όλο εκείνο το παιδαγωγικό πλαίσιο για τον σωφρονισμό των ανθρώπων. Όσοι αποδέχονται τις υποδείξεις των εντολών ελεύθερα είναι τα γνήσια τέκνα, ενώ οι άλλοι, που εξαναγκάζονται από τους κανόνες και τους νόμους, είναι οι δούλοι. Ο Νίκων όμως δεν ήταν υπόδουλος σε μια δικανική θεώρηση των ιερών κανόνων. Η σύνδεση των κανόνων με τους πολιτικούς νόμους συστοιχεί βέβαια στην παράδοση των νομοκανόνων, αλλά ο ίδιος διαθέτει την απαιτούμενη κριτική σκέψη, ώστε να διαχωρίσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των ιερών κανόνων σε σχέση με τους πολιτικούς νόμους. Είναι χαρακτηριστική η θέση που διατυπώνει στο παρακάτω παράθεμα: «Συνεμίγησαν δε εις έναν έκαστον λόγον (οι ιεροί κανόνες) με τας θείας εντολάς του Κυρίου και τας αυτών ερμηνείας και λοιπούς λόγους των αγίων πατέρων. Εξ ενός γαρ Αγίου Πνεύματος εξεδόθησαν οι τε θείοι κανόνες και άγιαι αυτού εντολαί ελαλήθησαν. Και όμως παρά τοις αρχαίοις οι θείοι κανόνες μετά τους πολιτικούς νόμους αναμιγέντες και διατάξεις, ούτως το νομοκάνονον απετελέσθη. Πολλώ μάλλον δια της του Θεού προνοίας οι θείοι κανόνες με τας εντολάς του Κυρίου και τας ρήσεις των αγίων πατέρων και αυτούς πάλιν τους πολιτικούς νόμους αναμιγέντες το προλεχθέν απετελέσθη βιβλίον. Και όρα πόσον απέχουν οι εντολαί του Κυρίου και αι ρήσεις των αγίων πατέρων συμμιγέντες τους θείους κανόνες παρά τους πολιτικούς νόμους. Και οι μεν πολιτικοί νόμοι ει και τους θείους κανόνες ακολουθούν αρμοζόμενοι, αλλ΄ όμως υπό βασιλικών εθεσπίσθησαν προσταγμάτων και επεκυρώθησαν συμφωνούντες τους θείους κανόνες. Αι δε εντολαί υπό του Κυρίου ημών ελαλήθησαν, ομοίως και αι ρήσεις των αγίων θεοφόρων πατέρων δια Πνεύματος Αγίου, ώσπερ εν ταις αγίαις συνόδοις οι θείοι κανόνες υπό των πατέρων».

Η παραπάνω προσέγγιση δίνει στον Νίκωνα την πρωτοτυπία, καθόσον, εξ όσων γνωρίζω, δεν απαντάται σε άλλα έργα της νομοκανονικής γραμματείας. Είναι ο μοναδικός που αναδεικνύει με τόσο κατηγορηματικό τρόπο το θεολογικό περιεχόμενο των κανόνων αλλά και τη συγγένεια αυτών με τα βιβλικά και πατερικά κείμενα. Κατά τούτο το συγκεκριμένο πρόσωπο που ζει στην περιφέρεια χαράσσει έναν ξεχωριστό δρόμο σε σχέση με τους «ομότεχνούς» του στο κέντρο, το οποίο προέβαλλε σχεδόν αποκλειστικά τους νομοκάνονες και ειδικότερα αυτόν σε ιδ’ τίτλους.

Βεβαίως, στις πηγές του Νίκωνα, για τη σύνταξη του ανθολογίου του και των επιστολών του, κεντρική θέση είχε ο Νομοκάνονας σε ιδ΄ τίτλους, τον οποίο αυτός χρησιμοποιεί κατ΄ επανάληψη, εντάσσοντας όμως τα ανθολογούμενα παραθέματα σύμφωνα με τη δική του αρχή που μνημονεύσαμε. Γνώριζε άριστα το περιεχόμενό του, όπως επίσης και άλλες συναφείς πηγές, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι βιβλιοθήκες των μονών που εργάστηκε ήταν εμπλουτισμένες με έργα νομοκανονικού περιεχομένου. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά τις παρακάτω μαρτυρίες του. 1: «Και λέγω σοι τούτο, ότι περί του μη εισέρχεσθαι γυναίκας εν τω θυσιαστηρίω πλείονα νομοκάνονα ενέτυχα ένθεσμα, και αρχαία και νέα… Αλλά ηύρα μικρόν βιβλίον καινούργιν έχον προσθήκην ταύτην και λέγον ούτως, ότι˙ Ου δει γυναίκας εν τω θυσιαστηρίω εισέρχεσθαι παρεκτός των κανονικών. Περί δε τας διακόνους έγραφε εις αυτό, ότι˙ Να ενεργούν είς τινα τα των διακόνων και να κοινωνούν τας γυναίκας». 2: «Περί ταύτης ουν της ενθέσμου νηστείας (του Αυγούστου) εις το λεγόμενον Συνοδικόν βιβλίον, τρεις γάρ συνόδους έχει μόνας τούτο δη το βιβλίον και αι μεν δύο περί πίστεως διαλέγονται, η δε ετέρα περί διαφοράς γάμων, και ένεκεν τούτου η σύνοδος της Ενώσεως λέγεται αύτη η σύνοδος. Έτερον γαρ τούτον εστι το βιβλίον και έτερον γαρ το λεγόμενον Νομοκάνονον, δια το έχειν πάσας ομού τας αγίας συνόδους και τους θείους αυτούς κανόνας μετά τους πολιτικούς νόμους».

Επίσης ο Νίκων στην επιστολή του στον ηγούμενο Γεώργιο της Μονής του Κουτζοβέντη γνωρίζει ή εύλογα υποθέτει ότι στη βιβλιοθήκη της μονής υπήρχαν νομοκάνονες. «Και αυτού, πατέρ μου, νομοκάνονα έχετε, τα άπερ έχουν γεγραμμένα τας αγίας συνόδους και τα δε λοιπά βιβλία χάριτι Χριστού».

Από τις παραπάνω μαρτυρίες συνάγεται ότι η περιφέρεια είχε στη διάθεσή της νομοκανονικές συλλογές σε αντίθεση προς όσα αναφέρει ο Μάρκος Αλεξανδρείας ως προς τις συλλογές των πολιτικών νόμων. Η διαπίστωση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί αν οφείλεται σε επιλογές μεμονωμένων προσώπων, που ενδιαφέρονταν να μελετήσουν σε βάθος την κανονική παράδοση της Εκκλησίας, όπως ο Νίκων, ή ήταν μια πιο συλλογική και κατευθυνόμενη πράξη, είτε από την πλευρά του κέντρου της αυτοκρατορίας είτε από την πλευρά των εκκλησιαστικών και μοναστικών υπευθύνων της περιφερείας, γιατί τα κανονικά κείμενα ήταν απολύτως απαραίτητα όχι μόνο για τη λειτουργία του συνοδικού θεσμού στις περιφερειακές εκκλησιαστικές «οντότητες», αλλά και για τη διαποίμανση του λαού που διαβιούσε εκεί.

Στην εποχή που αναφερόμαστε συνέτρεχε και ένας πρόσθετος λόγος, που εξωθούσε ακόμη περισσότερο στην κριτική διερεύνηση των κανονικών πηγών. Αυτός ο λόγος ήταν εξίσου ισχυρός, γιατί σχετιζόταν με τη διάγνωση και τη διαστολή της γνήσιας κανονικής παράδοσης σε σχέση με την ψευδοκανονική, η οποία όλο και περισσότερο κέρδιζε έδαφος. Παραπάνω αναγνώσαμε το παράθεμα, στο οποίο αναφέρεται ότι ο Νίκων «ενέτυχε πλείονα νομοκάνονα ένθεσμα, και αρχαία και νέα», όπως επίσης «ηύρε μικρόν βιβλίον καινούργιν έχον προσθήκην», το οποίο όμως δεν το χαρακτηρίζει ένθεσμο, πιθανότατα γιατί η προσθήκη έλεγε ότι οι διακόνισσες «ενεργούν τα των διακόνων και κοινωνούν τας γυναίκας». Αυτή ήταν προκλητική διάταξη για τον ίδιο, γι’ αυτό και την αμφισβήτησε.

Ο Νίκων χωρίς ποτέ να διατυπώσει την άποψη ότι η περίοδος των Οικουμενικών συνόδων παρήλθε, παρά μόνο το παράπονο ότι μετά τον Φώτιο δεν έγιναν νέες σύνοδοι για να δώσουν λύσεις σε όσα νέα κανονικά προβλήματα είχαν λάβει ευρύτερες διαστάσεις — για αυτόν η μοναδική εξαίρεση ήταν η Σύνοδος της Ενώσεως — ωστόσο, εμμέσως πλην σαφώς, διαπιστώνει κενό στη λειτουργία του ανώτατου συνοδικού θεσμού. Αυτό το κενό συχνά ερχόταν να καλύψει με τον δικό της τρόπο η λεγόμενη ψευδοκανονική γραμματεία με χαρακτηριστική την περίπτωση του Νομοκάνονα που αποδίδεται στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Νηστευτή. Παρομοίως και οι κανόνες ενός άλλου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, του Νικηφόρου Ομολογητή, κάποιοι από τους οποίους φαίνεται να είναι νόθοι, εντάσσονται στην ίδια λογική.

Η κριτική έρευνα για τη διαπίστωση της γνησιότητος ή μη των ψευδοκανονικών κειμένων, που μάλιστα διεδόθησαν ευρέως στις χειρόγραφες νομοκανονικές συλλογές και όχι μόνο, έχει ενώπιόν της ένα προκλητικό ζήτημα με ισχυρό ιστορικό παρελθόν. Κανόνες δεν ήταν μόνο όσοι θεσπίστηκαν από τους αρχαίους πατέρες και τις συνόδους, αλλά και όσοι παρελήφθησαν από την κανονική παράδοση και αποδόθηκαν σε έγκριτες εκκλησιαστικές προσωπικότητες. Η χρήση των ψευδοκανονικών κειμένων από τον Νίκωνα μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην εξέταση της γνησιότητος, καθόσον τα έργα του είναι πολύ κοντά στην εποχή που συντάχθηκαν τα ψευδοκανονικά κείμενα που μνημονεύσαμε.

Ο Νίκων είχε τα εφόδια να συζητήσει το ζήτημα της γνησιότητος των κειμένων, για την οποία προβληματίζεται σε βάθος. Ιδιαίτερα στάθηκε στον Νομοκάνονα του Νηστευτή, γιατί δεν ήταν απλώς μια συλλογή κάποιων κανόνων, αλλά ένα απηρτισμένο εγχειρίδιο που επηρέαζε καθοριστικά το μυστήριο της εξομολόγησης. Ήταν ένα πολυχρησιμοποιημένο κείμενο από τους εξομολόγους, το οποίο όμως είχε ένα προκλητικό προσανατολισμό, κινούμενο σε διαφορετική γραμμή από αυτή των αρχαίων κανόνων. Η βασική αρχή του έργου διατυπώθηκε από το συγγραφέα με τον εξής αποφθεγματικό τρόπο: «Συμφέρει να κατακριθή από τον Θεόν ως επιεικής, παρά να επαινεθή ως ασυμπαθής». Ο Νίκων επανειλημμένα υποστηρίζει ότι το έργο προήγαγε «την χαυνότητα των ανθρώπων». Την ίδια θέση διατύπωσε και ο Νικόλαος Γ’ Κωνσταντινουπόλεως (1084-1111), που πατριαρχεύει κατά την εποχή του Νίκωνα, σε μια από τις Αποκρίσεις του. Παραθέτω το κείμενο με βάση το χειρόγραφο Μ. Λαύρας Β43 (163): «Η μεν συνήθεια επεκράτησε παρά των αγροικοτέρων παρά του βιβλίου τούτου κανονίζεσθαι τους πολλούς, διό και πολλούς θεσμούς της Εκκλησίας ή βίβλος αύτη ανέτρεψε και προς το αμαρτάνειν αναισχυντοτέρως παποίηκε δια την άλογον συγκατάθεσιν, διά τούτο οι εν γνώσει του καλού όντες και σφαλλόμενοι διά της κανονικής επανορθωθήσονται βίβλου».

Η διελκυστίνδα ανάμεσα στη «συνήθειαν» και την «κανονικήν βίβλον» ήταν ένα ισχυρό κίνητρο για να αναζητηθεί η πατρότητα του έργου. Αν ο συγγραφέας ήταν ένα αξιόπιστο πρόσωπο, το έργο θα ήταν πιο αποδεκτό, παρά τον επίμονο προσανατολισμό του προς την πλευρά της επιείκειας. Έτσι, ο Νίκων αναζήτησε παλαιά χειρόγραφα, που περιείχαν το έργο, και διαπίστωσε ότι: «Άλλα μεν επιγράφουν ούτως˙ Νομοκάνονον Ιωάννου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Νηστευτού. Και άλλα επιγράφουν ούτως˙ Κανονικόν Ιωάννου μοναχού και διακόνου μαθητού του αγίου Βασιλείου, ούτινος η επωνυμία τέκνον της υπακοής», ενώ από εσωτερικές ενδείξεις διαφαίνεται ότι «γέροντός τινός ένι προς μαθητήν εν τω λέγειν, ότι ταύτα γράφω σοι και ούτως ποιεί, έως ου σε συντύχω από στόματος». Η έρευνά του δεν του έδωσε πειστικά επιχειρήματα για να αποδώσει με ασφάλεια την πατρότητα του έργου, αλλά ούτε και συνέβαλε στο να παραδεχθεί εν τέλει ότι το έργο ανήκει σε εκείνα, που «εξετέθησαν ψευδώς υπό τινων κατά τας ιδίας επιθυμίας». Ωστόσο με σκοπό να εξομαλύνει την τάση προς την επιείκεια, ο Νίκων επιλέγει τον δικό του δρόμο και επιχειρεί μια νέα σύνθεση σε ένα ξεχωριστό Νομοκάνονα, λαμβάνοντας τα κατά την κρίση του αποδεκτά κείμενα από τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Αυτός ο Νομοκάνονας αρχικά τέθηκε στο τέλος του βιβλίου των Ερμηνειών (χφ. Πάτμου 327), ενώ αργότερα αναθεωρήθηκε και εμπλουτίστηκε και με αυτή τη μορφή καταχωρήθηκε στο Τακτικό του (χφ. Σινά 436).

Από τη μελέτη των σχετικών κειμένων του Νίκωνα οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η πράξη του δεν αποσκοπούσε απλώς στη φιλολογική αποκατάσταση, αλλά πρωτίστως στο να καταστήσει αξιόπιστο το έργο συστοιχώντας στο πνεύμα των κανόνων. Σε μια εποχή που ήταν έντονα υπαρκτό ένα φαινόμενο πλουραλισμού, με νέες τάσεις, θα έπρεπε να αναζητηθούν «σταθερές», που θα ισχυροποιούσαν την κανονικότητα. Εξάλλου, κάποιοι από τους αρχαίους κανόνες είχαν ξεπεραστεί, ενώ νέα θέματα έρχονταν στο προσκήνιο. Οι νέες ανάγκες και η ποικιλία των πράξεων, που αμφίδρομα καλλιεργούσε το πνεύμα του πλουραλισμού, διαπιστώνεται από τον Νίκωνα και στα μοναστηριακά τυπικά, δηλώνοντας με διακηρυκτικό τρόπο κατ΄ επανάληψη ότι: «Τα τυπικά των μεγάλων μοναστηρίων, ήτοι των Ιεροσολύμων, Στουδίων και Αγίου Όρους, [και το του Νηστευτού λεγόμενον Νομοκάνονον] ου συμφωνούν όλως τους θείους κανόνας ούτε άλλην αγίαν και ένθεσμον γραφήν.

Επίσης, και μεταξύ των λειτουργικών τυπικών υπήρχαν μεγάλες διαφορές, τις οποίες ο Νίκων διαπιστώνει έπειτα από προσωπική έρευνα: «Χρή δε γινώσκειν ημάς, ότι καθώς και οι εξ αρχής όντες αδελφοί μετ’ εμού επίστανται, πως διάφορα τυπικά των τε Στουδίου και των Ιεροσολύμων ενέτυχα και εσύναξα, και ένα το άλλο ουκ εσυμφωνούσαν, ούτε το στουδιώτικον μετά έτερον στουδιώτικον ούτε τα ιεροσολυμίτικα μετά έτερα ιεροσολυμίτικα. Και εξαπορήσας εν τούτω, εξερεύνησα τους γνωστικούς και αρχαίους και τους είδησιν έχοντας των τοιούτων, και διενεργήσαντας εν τη αγία μονή του οσίου πατρός ημών Σάβα του εν Ιεροσολύμοις εις εκκλησιαρχείον και εις δε λοιπά, και έως την πράξιν του ηγουμενείου φθάσας …».

Ανάμεσα στους κανόνες και τα τυπικά μοιάζουν να σχηματίζονται δυο διακριτές τάσεις. Από τη μια οι μοναχοί ήταν πλήρως αφοσιωμένοι σε όσα όριζαν οι συντάκτες των τυπικών και από την άλλη τα συνοδικά όργανα, μαζί με τους κανονολόγους, μεταξύ αυτών και ο Βαλσαμών, ήταν προσηλωμένοι στους αρχαίους κανόνες. Στη πρώτη περίπτωση η μοναστηριακή λειτουργική πράξη ήταν αυτή που καθόριζε το πλαίσιο της τάξεως, στηριζόμενη αποκλειστικά στους νόμους της μοναστηριακής λατρείας. Η αναγωγή στους κανόνες ήταν εντελώς επιλεκτική, τιθέμενη ενίοτε σε δεύτερη μοίρα. Σε αυτό το πλαίσιο, η μεγάλη διόγκωση του κύκλου των εορταζομένων αγίων που παρατηρείται, κυρίως μετά την εικονομαχία, περιόριζε τις νηστείες. Κατά τον Νίκωνα τα τυπικά δεν συμφωνούν «ου μόνον εις την αγίαν τεσσαρακοστήν, αλλ’ ουδέ εις τας λοιπάς νηστείας και μάλλον εις πάσαν του χρόνου τετράδα και παρασκευήν». Στην πραγματικότητα κατέλυαν τους σχετικούς κανόνες, ιδίως τον ξθ’ των αποστόλων. Αυτό άλλοτε έφερνε ισχυρές διαμαρτυρίες και την αμφισβήτηση για την εγκυρότητα των διατάξεων των τυπικών και άλλοτε διαμόρφωνε ένα συνθετικό πνεύμα. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να τοποθετήσουμε και το έργο του αγίου Νεοφύτου, Περί της διαίτης όλου του ενιαυτού.

Μια άλλη διαφορά ανάμεσα στη μοναχική πράξη και αυτή των κανόνων, που έχει ρίζες πολύ πιο πριν από την εποχή της εικονομαχίας, είναι το θέμα της πνευματικής πατρότητος. Για τους μοναχούς οι πνευματικοί ποδηγέτες είναι πρωτίστως οι ενάρετοι, ανεξάρτητα αν αυτοί είναι κληρικοί (επίσκοποι ή πρεσβύτεροι) ή «ανίεροι». Για τους κανόνες η πατρότητα δεν μπορεί να νοηθεί έξω από την ιερωσύνη˙ διαφορετικά καταλύονται θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές. Όμως, μετά την εικονομαχία, οπότε οι μοναχοί όλο και περισσότερο εμπλέκονται στο έργο της εξομολόγησης των λαϊκών, εισάγονται νέοι «κανόνες». Σε αυτό το κλίμα θα πρέπει να τοποθετηθεί ένα άλλο έργο του αγίου Νεοφύτου που πάλι σχετίζεται με τη νηστεία, αυτό: Προς τους ατακτούντας και λύοντας τα της νηστείας προοίμια. Ο Νεόφυτος εξαπολύει ένα γενικό αφορισμό για όλους εκείνους που καταλύουν τη νηστεία της Καθαράς Δευτέρας, επικαλούμενος την «παρά του θείου Πνεύματος δοθείσαν (εις αυτόν) εξουσίαν». Μπορεί όμως ένας ιερομόναχος να αφορίζει ένα πλήθος παραβατών των κανόνων; Σε παλαιότερη εποχή αυτή η πράξη θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια πράξη αντιποίησης σε δικαίωμα που ανήκει αποκλειστικά στον αρχιερέα. Όμως στην εποχή του Νεοφύτου, κατά την οποία οι μοναχοί είχαν κυριαρχήσει στο έργο της πνευματικής καθοδήγησης του λαού, η επιστολή του Νεοφύτου γίνεται κατανοητή.

***

Ύστερα από τη διάβαση σε δρόμους γνωστούς και λιγότερο γνωστούς της κανονικής παράδοσης, με συνοδό την πολυετή έρευνα των πηγών, ιδίως των χειρογράφων νομοκανονικών συλλογών, αναδύεται εδώ ένα ακροτελεύτιο ερώτημα: Που και πως τοποθετείται η στάση των περιφερειακών συνοδικών οργάνων; Η πατριαρχική σύνοδος Αντιοχείας, υπό την προεδρία τριών πατριαρχών: του Πέτρου, του Θεοδοσίου και του Ιωάννη Οξείτη, έδωσαν στον Νίκωνα «την διακονίαν του διδασκαλείου», στο πλαίσιο της οποίας αυτός μπορούσε να διατυπώνει γνώμες επί κανονικών ζητημάτων. Νίκων και σύνοδος συχνά συνεργάζονται, προτού η δεύτερη πάρει τελική απόφαση. Βεβαίως, ο Νίκων, πριν φθάσει σε ώριμο επίπεδο να εκφέρει την άποψή του στη σύνοδο, καταρτίστηκε με προσωπικό κόπο, αλλά και με την καθοδήγηση σοφών γερόντων, στις μονές όπου αυτός έζησε. Σε τέτοιες μονές θα πρέπει να αναζητήσουμε κυρίως τους χώρους κατάρτισης των κανονολόγων της περιφέρειας.

Οι μονές ήταν πνευματικοί φάροι, είτε μεμονωμένοι είτε οργανωμένες πολιτείες, σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη, η οποία όλη ακτινοβολούσε τη νομοκανονική εμπειρία και γνώση. Από αυτήν την έποψη εξηγείται γιατί το κέντρο κατέβαλλε συντονισμένη προσπάθεια να ενισχύσει τα σύνορα της αυτοκρατορίας με την ίδρυση μοναστικών καθιδρυμάτων, που θα έδιναν το ισχυρό παρόν πνευματικού λόγου στις ακριτικές περιοχές. Αυτό έγινε και στην περίπτωση των επαρχιών του Πατριαρχείου Αντιοχείας μετά την ανακατάληψή της από τον Τσιμισκή (970). Τότε ανασυστήθηκαν ακμάζουσες παλαιότερα μονές, όπως αυτή του Συμεών Θαυμαστορείτη, ενώ ιδρύθηκαν και νέες. Η περιοχή της Αντιόχειας γίνεται τότε ένα σημαντικό μοναστικό κέντρο, όπου διαβιούσαν ελληνόφωνοι και μη (Ίβηρες, Άραβες και Αρμένιοι) ορθόδοξοι μοναχοί, ενώ υπήρχαν και μονές ετεροδόξων. Μεταξύ των ορθοδόξων και ετεροδόξων μοναχών αναπτυσσόταν γόνιμος θεολογικός διάλογος. Οι ορθόδοξοι μοναχοί έδιναν το δυναμικό παρόν και στη μετάφραση των πατερικών κειμένων σε άλλες γλώσσες. Στο πλαίσιο αυτό της πνευματικής στήριξης της περιφέρειας εντάσσεται και η δραστηριότητα, πρόνοια Θεού, του Νίκωνα όπως και του αγίου Νεοφύτου.

Η μαρτυρία της επαρχίας είναι αξιόλογη, αλλά ουδέποτε ξεπέρασε την ακτινοβολία του κέντρου. Η Κωνσταντινούπολη παράμενε η αυθεντία, από την οποία η περιφέρεια ζητά πάντοτε να μάθει την αλήθεια των κανονικών κειμένων.

(Κεντρική εισήγηση στο Γ΄ Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών και Μεσαιωνικών Σπουδών, Λευκωσία 17-19 Ιανουαρίου 2020)

O καθηγητής κ. Θεόδωρος Γιάγκου είναι Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Διδάσκει Κανονικό Δίκαιο στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας

Ετικέτες: