Προσπάθεια να θέσει τέλος στην παραφιλολογία που αναπτύχθηκε τις τελευταίες ημέρες στον ελληνόφωνο εκκλησιαστικό χώρο ύστερα από δημοσίευμα γνωστής ιστοσελίδας σχετικά με τα όσα ειπώθηκαν στην προπαρασκευαστική συνάντηση του Σαμπεζύ κάνει με κείμενο του ο καθηγητής κ. Θεόδωρος Γιάγκου.

Ο καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., ο οποίος συμμετέχει στις εργασίες της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 2016, θέτει «τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων» και αποκαλύπτει τα πραγματικά γεγονότα και τις προεκτάσεις γύρω από την υπόθεση της στάσης της ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του καθηγητή όπως ακριβώς το απέστειλε στο www.orthodoxia.info

Είναι γνωστόν ότι τον παρελθόντα Φεβρουάριο (από 16ης μέχρι 20ής του μηνός), στο Πατριαρχικό Κέντρο του Σαμπεζύ συνήλθε για δεύτερη φορά (η πρώτη συνάντηση έγινε από 29ης Σεπτεμβρίου μέχρι 3ης Οκτωβρίου 2014) η Διορθόδοξη Ειδική Επιτροπή, η οποία έχει συγκροτηθεί με σκοπό την επικαιροποίηση και τη διόρθωση των Προσυνοδικών Κειμένων που είχαν αποφασισθεί στις Προσυνοδικές Διασκέψεις, κυρίως στη Β΄ (Σαμπεζύ 1982) και στη Γ΄ (Σαμπεζύ 1986). Μετά την επεξεργασία τα κείμενα θα παραπεμφθούν στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία, σύμφωνα με την εξαγγελία στη Σύναξη των Προκαθημένων (Μάρτιος 2014), θα συγκληθεί στην Κωνσταντινούπολη το 2016.

Αντικείμενο των εργασιών της Ειδικής Επιτροπής αυτή τη φορά ήταν η επικαιροποίηση του κειμένου της Γ΄ Προσυνοδικής Διασκέψεως που φέρει τον τίτλο «Η συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις την επικράτησιν της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών και την άρσιν των φυλετικών και λοιπών διακρίσεων». Το κείμενο συντάχθηκε στο κλίμα εκείνης της εποχής, κατά την οποία ο ψυχρός πόλεμος κυριαρχούσε. Σήμερα όμως τα δεδομένα άλλαξαν, εμφανίσθηκαν νέες απειλές και επιχωριάζουν άλλα φλέγοντα προβλήματα. Έτσι η επιτροπή ήταν αναγκασμένη να μην προσφέρει «οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς». Η Επιτροπή εργάσθηκε με φιλοτιμία και πρωτίστως με βαθύτατο αίσθημα σεβασμού προς την εκκλησιαστική παράδοση και την παραδεδομένη υπό των Πατέρων θεολογική αλήθεια. Η ευθύνη της ήταν και είναι αυξημένη, πολλώ μάλλον καθόσον επεξεργάζεται κείμενα συνοδικά. Αν μάλιστα αναλογισθούμε ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος προετοιμάζεται εδώ και πολλές δεκαετίες και ότι οι προσδοκίες του εκκλησιαστικού πληρώματος είναι αυξημένες, αυτή η ευθύνη γίνεται θεοκέλευστο καθήκον.

Οι εκπρόσωποι όλων των Πατριαρχείων και των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών εργάσθηκαν ως ένα σώμα, αναπτύσσοντας δημιουργικό θεολογικό διάλογο, πάντοτε με στόχευση την ανάδειξη της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Ουδείς ενεργούσε αποσπασματικά ή μεμονωμένα ή με πρόθεση προσβολής της εκκλησιαστικής ενότητος. Έτσι η ανταλλαγή θέσεων και προτάσεων βοήθησε στην όσον το δυνατόν, κατ’ άνθρωπον, βελτίωση των κειμένων.

Αυτό ήταν το πνεύμα και το έργο της Επιτροπής. Δυστυχώς πριν λίγες μέρες στην ιστοσελίδα agioritikovima.gr είδε το φως της δημοσιότητος ανώνυμο κείμενο υπό τον τίτλο: «Η ομοφυλοφιλία, μήλον της έριδος για τους Ορθοδόξους Ιεραρχές στο Σαμπεζύ της Γενεύης», το οποίο διαστρέφει πλήρως την πραγματικότητα. Από τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα το ίδιο κείμενο αναδημοσιεύθηκε και από άλλους, οι οποίοι συνηθίζουν να μεταπλάθουν την υπερμαχία της Ορθοδοξίας σε λασπολογία, δείγμα της πνευματικής τους πενίας.

Οι πεπλανημένες θέσεις και πληροφορίες του δημοσιεύματος είναι κυρίως οι εξής:

Αναφέρεται σε αυτό ότι κάποιοι Ιεράρχες υποστήριξαν την ομοφυλοφιλία «και παραλίγο να γίνουν αιτία “να διαγραφεί από την Αγία Γραφή το κεφάλαιο για τα Σόδομα και Γόμορα”». Η στάση και η προσπάθεια των συγκεκριμένων Ιεραρχών, κατά τον συντάκτη του κειμένου, για τροποποίηση της Αγίας Γραφής και των Ιερών Κανόνων και της Πατερικής διδασκαλίας εμπνέει ανησυχία στους κόλπους της Εκκλησίας.

Ότι «οι διαμάχες… που προέκυψαν πήραν διαστάσεις θύελλας, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες. Ήταν μάλιστα τόσο θερμές και ηχηρές, ώστε έφτασαν από την αίθουσα των κλειστών συσκέψεων, στα αυτιά τόσο του τεχνικού προσωπικού του Ορθοδόξου Κέντρου, όσο και των φοιτητών που σπουδάζουν εκεί ορθόδοξη θεολογία».

Ότι την τροπολογία «προς μεγάλη λύπη και ντροπή … την ψήφισαν όλοι οι Ιεράρχες ελληνικής καταγωγής» («ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ο Πάφου Γεώργιος, ο Κωνσταντίνης Αρίσταρχος και ο Καλής Ελπίδος Σέργιος»), «συμπεριλαμβανομένου του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνατίου» αντίθετα οι σλαβόφωνοι απέρριψαν «τον συμβιβασμό της ντροπής».

Ο συντάκτης του δημοσιεύματος υποστήριξε ότι όλοι αυτοί (δηλαδή οι σλαβόφωνοι) «δεν άλλαξαν γνώμη μέχρι τέλος. Χάρη σε αυτούς η προδοτική αναθεώρηση της ορθόδοξης θεολογίας δεν πραγματοποιήθηκε, αφού αρνήθηκαν να ενσωματωθεί στο κείμενο που συντάχθηκε για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, η θέση για την προστασία ομοφυλοφίλων».

Ποια είναι η στόχευση του δημοσιεύματος;

Αποβλέπει:
-να παρουσιαστεί η Ορθόδοξη Εκκλησία διχασμένη, με τους ελληνόφωνους Ιεράρχες να είναι μειοδότες της εκκλησιαστικής παραδόσεως και τους σλαβόφωνους υπέρμαχους.
-να υποσκάψει το κύρος της Συνόδου στο εκκλησιαστικό πλήρωμα, δίνοντας την εντύπωση ότι γίνονται διεργασίες προδοσίας.
-να ματαιωθεί τελικά η σύγκληση της Συνόδου.

Η πρόθεση του συντάκτη δηλώνεται με τα εξής: «Κι ακόμη καλύτερα θα ήταν να μη συγκληθεί καθόλου η Σύνοδος αυτή, εφόσον κάποιοι που πρόκειται να πάρουν μέρος στις εργασίες της, είναι έτοιμοι να αναθεωρήσουν… τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων». Δηλαδή ο συντάκτης δημιουργεί ένα επιχείρημα σε σαθρή βάση εναντίον της σύγκλησης της Συνόδου.

Ποια είναι η πραγματικότητα;

Στο κείμενο που συμφωνήθηκε και υπογράφηκε απ΄ όλους τους εκπροσώπους των Εκκλησιών ουδεμία νύξη, ούτε μία λέξη, υπάρχει για το θέμα της ομοφυλοφιλίας. Εξάλλου αυτό το θέμα δεν ήταν στην ατζέντα. Επομένως, στο συμφωνηθέν κείμενο δεν υπάρχει κάποια αναφορά ή το χειρότερο υποστήριξη της ομοφυλοφιλίας.

Το συγκεκριμένο ζήτημα προέκυψε εντελώς τυχαία, κατά τις συζητήσεις, και ουδείς Ιεράρχης τάχθηκε υπέρ της ομοφυλοφιλίας. Υποστηρίχθηκε, με διακηρυκτικό μάλιστα τρόπο, ότι η Εκκλησία δεν καταδικάζει τους ανθρώπους, δηλαδή τα δημιουργήματα του Θεού, αλλά την αμαρτία. Αυτή είναι θεμελιώδης και αυτονόητη αρχή της Χριστιανικής Ανθρωπολογίας. Ακόμα και τα κανονικά επιτίμια επιβάλλονται στους μετανοούντες αμαρτωλούς όχι ως ποινή, αλλά ως παιδαγωγία, «δια την ιατρείαν παθών και την θεραπείαν ψυχών» (βλ. καν. 2 και 102 της Πενθέκτης). Οι άγιοι της Εκκλησίας υπερεύχονταν ακόμη και για τη σωτηρία του διαβόλου, ο δε Χριστός δίδαξε την τελεία αγάπη προς όλους τους ανθρώπους. Είναι χαρακτηριστική η θέση του αγίου Θεοδώρου Στουδίτη, ότι κατά τη Δευτέρα Παρουσία θα κατακαεί μόνο το κακό, και όχι τα δημιουργήματα του Θεού, ήτοι τα λογικά όντα και πνεύματα. «Ό μεν παρά Θεού, ήγουν η καθ’ ημάς φύσις, ως εκ του Όντος παραχθείσα, ανάλωτος τω πυρί εκείνω. Ό δε ουκ εκ Θεοῦ, ήτοι η αμαρτία, αλλά τη του πράξαντος δημιουργθείσα προαιρέσει· ως ού τι των όντων ούσα, αλλά παρυφιστάσα, οιχήσεται ακατάτακτος ούσα τοις ούσι» (PG 99, 1501AB).

Ο διάλογος κινήθηκε στο παραπάνω πλαίσιο συστοιχώντας στη βιβλική και πατερική θεολογία. Επαναλαμβάνω ότι ουδείς υποστήριξε κάτι διαφορετικό. Εξάλλου είναι σαφέστατη η θέση της Εκκλησίας ότι η ομοφυλοφιλία είναι πάθος.

Το ανυπόγραφο κείμενο του «Αγιορειτικού Βήματος» παράγει παραπληροφόρηση. Πρόκειται για ακόμη ένα δείγμα κακής δημοσιογραφίας, η οποία, δυστυχώς, έχει μερίδιο ευθύνης για την πνευματική παρακμή του τόπου μας. Τέτοια κείμενα αυξάνουν την αγωνία μας για το μέλλον του εκκλησιαστικού και θεολογικού λόγου. Είναι αυτονόητο ότι η επιλογή της άκριτης δημοσίευσης οποιουδήποτε κειμένου καθιστά τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης πηγή σκανδαλισμού του εκκλησιαστικού πληρώματος. Εν προκειμένω η συγκεκριμένη ιστοσελίδα δεν τιμά τον βαρύτιμο τίτλο της, καθόσον δεν εκφράζει με αυτόν τον τρόπο το αγιορειτικό ήθος. Εξ όσων γνωρίζω ουδείς ενσυνείδητος Αγιορείτης θα σκέφτοταν ποτέ να διασπείρει ατεκμηρίωτες πληροφορίες.

Επειδή η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος έχει όραμα, γι’ αυτό όλοι οφείλουμε να συνδράμουμε στο έργο της.

Θεόδωρος Γιάγκου


Καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας

Tagged: