Η αυριανή μνήμη του πρωτοκλήτου των αποστόλων Ανδρέα, η οποία από χρόνου μακρού συνυφαίνεται με τη θρονική εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, «νύττει τον νουν και κινεί την χείρα» προς έπαινο της από αιώνων συμβολής της πρωτόθρονης Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στη διακονία του ορθόδοξου ποιμνίου.

Συμμεριζόμενος όσα κατ΄ επανάληψη έλεγε ο μεγάλος Ρώσος θεολόγος του 20ού αιώνα π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, του οποίου εφέτος άγομε την τεσσαρακοστή επέτειο από την εν Κυρίω κοίμησή του (1979-2019), περί της δομικής συνεισφοράς των Ελλήνων πατέρων στη διατύπωση του ορθοδόξου δόγματος και εν ταυτώ στον ευαγγελισμό του κόσμου, καταθέτω τις παρακάτω σκέψεις, ως μνημόσυνο ευχαριστίας και ως έκφραση τιμής προς όλους εκείνους τους μεγάλους Οικουμενικούς Πατριάρχες που, έργω και λόγω, κατέλειπαν γνησία σφραγίδα θεολογίας. Εν μέσω πολλών δυσκολιών έδειξαν αδιάπτωτο το μαρτυρικό φρόνημα για τον επιστηριγμό του ποιμνίου. Σε αυτούς βρίσκουν πλήρη εφαρμογή τα λόγια του Αποστόλου των εθνών, ότι: « …διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ …» (Εβρ. ια΄, 33-34). Το Φανάρι είναι πρώτο στην τιμή αλλά και πρώτο στον σταυρό.

Ως Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., η οποία κατά την πνευματική παρακαταθήκη των παλαιών δασκάλων, διατηρεί ισχυρό δεσμό με το σεπτό κέντρο της Ορθοδοξίας, συμπαρισταμένη ποικιλοτρόπως στο πολύπτυχο έργο του, αισθάνομαι την ανάγκη να αναστοχαστώ δι΄ ολίγων την προσφορά της πανηγυρίζουσας Εκκλησίας.

Ευρισκόμεθα σε ένα σταυροδρόμι προκλήσεων, γι΄ αυτό και οι επιλογές θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από σύνεση και ευθύνη για το μέλλον της Ορθοδοξίας. Επομένως είναι ανάγκη να προβάλλεται στον δημόσιο διάλογο πρωτίστως ο τεκμηριωμένος θεολογικός λόγος, ερειδόμενος στις πηγές, και όχι φυσικά τα ιδεολογήματα, τα οποία ενίοτε διατυπώνονται με βάση τους κανόνες της προπαγάνδας, που επηρεάζει τους ευπίστους. Η προπαγάνδα δημιουργεί μόνο πολώσεις. Δεν ανοίγει ορίζοντες για ελεύθερη σκέψη.

Περισσότερο από τρία χρόνια μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο στο Κολυμπάρι της Κρήτης (18-25 Ιουνίου 2016) κάποιοι συνεχίζουν να στρέφουν τα βέλη τους με αμείωτη ένταση κατά των αποφάσεων της. Στοχεύουν μόνο κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, παραθεωρώντας ότι όσα στη Σύνοδο αποφασίσθηκαν είχαν προηγουμένως συμφωνηθεί σε όλη την έκτασή τους κατά την προσυνοδική διαδικασία από τους προκαθημένους και τις αντιπροσωπείες όλων των Εκκλησιών. Επιδοκιμάζουν τις Εκκλησίες που δεν προσήλθαν στη Σύνοδο, κινούμενες με αποσχιστική διάθεση, και επιρρίπτουν την ευθύνη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ωσάν αυτό μόνο να διαμόρφωσε τις συνοδικές αποφάσεις.

Η λογική των επικριτών κωδικοποιείται στην εξής θέση: το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ενδοτικόν, ενώ η Εκκλησία της Ρωσίας και οι συμπορευόμενες με αυτήν περιφρουρούν το ορθόδοξο φρόνημα. Τέτοια άποψη επιχωριάζει κατά το πλείστον σε κύκλους φερομένων παραδοσιακών, και αυτοί την προωθούν συστηματικά και μεθοδικά στο δημόσιο διάλογο. Οι ειδήμονες όμως μπορούν πολύ εύκολα και τεκμηριωμένα να καταθέσουν διαφορετική άποψη.

Με τη Σύνοδο της Κρήτης έγινε ένα τεράστιο βήμα για την επάνοδο στη συνοδικότητα του πανορθοδόξου επιπέδου, η οποία από την εποχή της αυτοκεφαλίας έχει στην πραγματικότητα τεθεί στο περιθώριο. Η Εκκλησία των συνόδων όφειλε να μαρτυρήσει εμπράκτως την αυτοσυνειδησία της και αυτό έγινε με την πιο χαρακτηριστική διατύπωση από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Έτσι στο Μήνυμά της επισημαίνεται: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθόλικοτητά της εν συνόδω. Η συνοδικότητα διαπνέει την οργάνωση, τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις και καθορίζεται η πορεία της. Οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν αποτελούν συνομοσπονδία Εκκλησιών αλλά την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Κάθε τοπική Εκκλησία προσφέρουσα τη Θεία Ευχαριστία είναι η εν τόπω παρουσία και φανέρωση της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας». Η ταυτότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκφράζεται κατ΄ εξοχήν στη συνοδικότητα.

Με όραμα την επάνοδο στην πανορθόδοξη συνοδικότητα εργάστηκαν για δεκαετίες εκατοντάδες σπουδαίων κληρικών και μεγάλων θεολόγων. Προώθησαν τον γόνιμο θεολογικό λόγο και την ειλικρινή έκφραση ποιμαντικής ευθύνης. Θα μπορούσα εδώ ενδεικτικά να αναφέρω: τον άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς (ήταν αυτός που προώθησε το ζήτημα του δευτέρου γάμου των εν χηρεία κληρικών σε πανορθόδοξες συζητήσεις), τους μαθητές του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (συνέβαλαν στην ορθή διατύπωση των συνοδικών κειμένων με ακριβολογία και δυναμισμό), τον μακαριστό Γέωργιο Φλωρόφσκυ (έδωσε τις θεολογικές αρχές του διαλόγου με τις άλλες Εκκλησίες), τον Παναγιώτη Τρεμπέλα (με τις πρωτοποριακές λειτουργικές του μελέτες έδωσε το πλαίσιο της λεγόμενης λειτουργικής αναγέννησης), τον Μητροπολίτη Εφέσου Χρυσόστομο (καθοδήγησε με σοφία και ρεαλισμό τις προσυνοδικές διασκέψεις), τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (συνέβαλε καθοριστικά στη διατύπωση των αρχών της ορθόδοξης εκκλησιολογίας). Θα πρόσθετα επίσης τον Χαλκηδόνος Μελίτωνα, τον Ελβετίας Δαμασκηνό, τον Αμίλκα Αλιβιζάτο, τον Ιωάννη Καρμίρη, τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη και πολλούς άλλους.

Ο θεολογικός κόσμος ήταν αλληλέγγυος στην υπόθεση της Συνόδου και εξέφραζε τις προθέσεις του με δυναμισμό. Διαρκούντος του 20ού αιώνα η μελετωμένη Σύνοδος ήταν στο επίκεντρο των θεολογικών συζητήσεων. Θα μπορούσα εδώ να μεταφέρω τα λόγια του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής των Αθηνών Ιωάννη Καρμίρη, όταν υποδεχόταν στην Αθήνα τις αντιπροσωπείες των Ορθοδόξων Εκκλησιών που μετείχαν στην Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου (1961). Στην προσφώνησή του εξέφραζε τη χαρά της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, η οποία «καθορώσα…. μετά του Μεγάλου Βασιλείου την Αγίαν Ορθοδοξίαν ημών ως μίαν πανταχού αδελφότητα και τείνουσαν να περιλάβη εις τους κόλπους της πάσαν την υφ΄ ηλίω, συναρχομένην επί τω αυτώ προς βεβαίωσιν της ενότητος … και προς κοινήν διάσκεψιν και μελέτην και διευθέτησιν του οίκου της».

Ενώπιον αυτού του τεραστίας σημασίας γεγονότος, ήτοι της συγκλήσεως της πανορθοδόξου συνόδου, ο ίδιος υποσχόταν ότι «το έργον τούτο προθύμως θα αναλάβωσι πάσαι αι Ορθόδοξοι Θεολογικαί Σχολαί από κοινού μετά των εκτός αυτών ευρισκομένων ορθοδόξων θεολογικών δυνάμεων. Ήδη μάλιστα η Θεολογική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, κατόπιν συστάσεως της Ιεράς ημών Συνόδου, κατήρξατο του έργου τούτου, αι δε πρώται μελέται – εισηγήσεις δια την Προσύνοδον υπό καθηγητών αυτής εδημοσιεύθησαν ήδη εις το ημέτερον περιοδικόν Θεολογία. Αλλ΄ επιβάλλεται, όπως η εργασία αύτη συνεχισθή εφεξής με ταχύτερον και εντονώτερον ρυθμόν παρ΄ όλων των ειδικών ορθοδόξων θεολόγων. Επαναλαμβάνομεν δε, ότι δέον απαραιτήτως να στηριχθή αύτη επί των αθανάτων μνημείων και αειρρόων πηγών αι των αειζώων δυνάμεων και διδαχών της αρχαίας γνησίας Ορθοδόξου Παραδόσεως, δι΄ ων ετιθηνήσατο ημάς η Εκκλησία προς την ευσέβειαν. Διότι αυτό κυρίως σημαίνει Ορθοδοξία, ήτις αρνήσασθαι εαυτήν ου δύναται. Οι ορθόδοξοι θεολόγοι απέδειξαν, ότι γνωρίζουσι να συνδυάζωσιν αρμονικώς την αυθεντίαν της Εκκλησίας και της Παραδόσεως με την καλώς νοούμένην επιστημονικήν ελευθερίαν εν τη θεολογική ερεύνη, κινούμενοι πάντοτε εντός των πλαισίων της Ορθοδόξου Παραδόσεως και αποφεύγοντες τα δύο άκρα, ήτοι ένθεν μεν της Ρωμαιοκαθολικής Θεολογίας, ετέρωθεν δε της Προτεσταντικής Θεολογίας».

Οι υποσχέσεις που έδιναν οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι, ότι θα συνδράμουν στο έργο της πανορθόδοξης συνόδου επιβεβαιώνει πόσο η ακαδημαϊκή θεολογία ήταν τότε συντεταγμένη στην επίλυση χρονιζόντων προβλημάτων, αλλά και στην απαίτηση της ζωντανής παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο. Θέματα όπως η λειτουργική αναγέννηση, η αναβίωση του μοναχισμού, η εκκλησιαστική μας ταυτότητα, ο διάλογος με τον κόσμο και τις Εκκλησίες, η στήριξη του θεσμού της οικογένειας τέθησαν στον προβληματισμό της Συνόδου με στόχευση το ποιμαντικό όφελος.

Και όμως για ζητήματα μικρά και ευδιόρθωτα τέσσερεις Εκκλησίες προτίμησαν την τελευταία στιγμή να μην προσέλθουν στη Σύνοδο, έχοντας πάντα στο πλευρό τους μόνο όσους αρέσκονται να μεμψιμοιρούν περί δήθεν μειοδοσίας στην ορθόδοξη πίστη.

Βεβαίως το ουσιαστικό πρόβλημα δεν ήταν τα κείμενα. Πίσω από την αποχή υπήρχε και υπάρχει το ζήτημα του Πρώτου, δηλαδή της παραδοχής ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης μπορεί να συγκαλεί και να προεδρεύει της πανορθόδοξης συνόδου.

Εφόσον δεν γίνει συνειδητά παραδεκτό ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο Πρώτος με τις αρμοδιότητες που έχει λάβει από τους κανόνες (θα πρόσθετα εδώ και τις αρμοδιότητες που έλαβε από την αδιάπτωτη κανονική πράξη της β΄ χιλιετίας), δεν μπορεί να λειτουργήσει ο συνοδικός θεσμός σε πανορθόδοξο επίπεδο. Ενώ ο συνοδικός θεσμός στο επίπεδο των τοπικών Εκκλησιών οριοθετείται από τους Καταστατικούς Χάρτες, όπου οριοθετούνται επαρκώς οι αρμοδιότητες του Πρώτου, στην πανορθόδοξη συνοδικότητα ο Πρώτος, όπως και οι αρμοδιότητες του, αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό. Ο λόγος είναι προφανής. Εφόσον υπάρχουν οι διεκδικήσεις της Τρίτης Ρώμης, η συγκεκριμένη μορφή του συνοδικού θεσμού θα αντιμετωπίζει ισχυρά προσκόμματα.

Ο συνοδικός θεσμός κατά τους κανόνες λειτουργεί αρμονικά κυρίως, όταν γίνεται από τα συνοδικά μέλη παραδεκτή η θέση του Πρώτου. «Ηγείσθαι αυτόν ως κεφαλήν και μηδέ τι πράττειν περίττον άνευ της εκείνου γνώμης». Βεβαίως στην Ανατολή δεν έχουμε Πάπα, έχουμε όμως Πρώτο, ο οποίος έχει τις αρμοδιότητες της κεφαλής. Αυτό σημαίνει ότι έχει πρωτίστως την πρωτοβουλία για την επίλυση των προβλημάτων που απασχολούν τις Εκκλησίες, συμπράττοντας και συναποφασίζοντας με τα συνοδικά μέλη. «Αλλά μηδ΄ εκείνος άνευ της πάντων γνώμης ποιείτω τι». Από την αρμονία («ομόνοια») της συνοδικότητας απορρέει η δοξολογία του Τριαδικού Θεού: «Ούτω γαρ ομόνοια έσται, και δοξασθήσεται ο Θεός, εν Κυρίω και Αγίω Πνεύματι, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα» (κανόνας 34 Αποστόλων πρβλ. 9 Αντιοχείας). Στο επίπεδο των τοπικών Εκκλησιών οι παραπάνω θεμελιώδεις συνοδικές αρχές εφαρμόζονται χωρίς ιδιαίτερη αμφισβήτηση. Αντίθετα στο πανορθόδοξο επίπεδο συχνά παρουσιάζεται απροθυμία σεβασμού στον θεσμό του Πρώτου. Εξάλλου αυτός φαίνεται να είναι ο πραγματικός λόγος της αποχής από τη Σύνοδο της Κρήτης. Κατά την άποψή μου, εκείνο που κλυδωνίζει τη συνοδικότητα σε πανορθόδοξο επίπεδο δεν είναι τόσον ο εθνικοφυλετισμός, όσον η αμφισβήτηση του Πρώτου δηλαδή του ρόλου του Οικονομικού Πατριάρχη στην οικουμενική Ορθοδοξία.

Ο εθνοφυλετισμός επικρίνεται από τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με αναγωγή στις παλαιότερες σχετικές αποφάσεις μιας άλλης Μεγάλης Συνόδου (Κωνσταντινούπολη 1872), στις οποίες με έντονο καταδικαστικό ύφος χαρακτηρίζεται το φαινόμενο ως εκκλησιολογική αίρεση. Βεβαίως όσον αυστηρές και αν είναι οι συνοδικές αποφάσεις, όσο και αν αυτές φραστικά προθύμως υιοθετούνται, η παθογένεια του εθνοφυλετισμού παραμένει στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εξάλλου από το συγκεκριμένο φαινόμενο προέκυψαν όλες σχεδόν οι νεώτερες αυτοκεφαλίες και οι ανυψώσεις στο επίπεδο του πατριαρχείου βαθμού. Το κριτήριο που κυριάρχησε ήταν: ένα ανεξάρτητο κράτος μπορεί και πρέπει να έχει την αυτοκέφαλη Εκκλησία του.

Την συγκεκριμένη αρχή υποστήριξε δυναμικά το Πατριαρχείο Μόσχας στην περίπτωση της Βουλγαρίας, άλλα και σε άλλες, όταν επρόκειτο για αποσπάσεις επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όμως στην περίπτωση της Ουκρανίας διαφοροποιεί τη θέση του. Το θέμα φυσικά δεν είναι η συνέπεια στάσης αλλά πρωτίστως οι συνέπειες σε ποιμαντικό επίπεδο που έχει μια τέτοια επιλογή. Συγκεκριμένα, ένα πλήθος εκατομμυρίων Ορθοδόξων Ουκρανών που ζητούν για ένα σχεδόν αιώνα την αυτοκεφαλία της τοπικής Εκκλησίας, κατά τον ίδιο τρόπο όπως έτυχαν τα υπόλοιπα ορθόδοξα έθνη, δεν μπορεί να αγνοείται, πολύ περισσότερο που στην Ουκρανία υπάρχει η διαρκής απειλή της Ουνίας.

Είναι γνωστόν ότι, στις αρχές της πατριαρχίας του Βαρθολομαίου τέθηκε το θέμα στη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την πλευρά μερίδας Ουκρανών. Τότε είχε προταθεί από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στον Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο να συναινέσει στην εκχώρηση της αυτοκεφαλίας και ο Οικουμενικός Πατριάρχης να εκδώσει τον Τόμο. Σε αυτή την περίπτωση η διαδικασία θα ήταν συναινετική. Έκτοτε παρήλθαν σχεδόν τρείς δεκαετίες χωρίς διευθέτηση του ζητήματος. Εκ των πραγμάτων συνάγεται ότι επιλέχθηκε η παραπομπή του ζητήματος στις καλένδες. Όμως η παρασιώπηση του θέματος, απέναντι στη δίκαιη διεκδίκηση για ίση αντιμετώπιση των Ορθοδόξων Ουκρανών, δεν φανερώνει ποιμαντική ευθύνη.

Βεβαίως στην προκειμένη περίπτωση, όπως είναι γνωστόν, υπεισέρχεται και ο παράγοντας των γεωπολιτικών συμφερόντων, αλλά αυτά δεν είναι μονόπλευρα. Επομένως η ενότητα της Εκκλησίας δεν μπορεί να βρίσκεται στο στόχαστρο εκατέρωθεν πιέσεων των συμφερόντων των αντιτιθεμένων δυνάμεων.

Η Εκκλησία της Ουκρανίας θα πρέπει να βρει τον βηματισμό της και φυσικά σε αυτό προέχει η συνδρομή των υπολοίπων Ορθοδόξων Εκκλησιών σε ένα πλαίσιο ποιμαντικής μέριμνας προς τους ομοδόξους.

Δεν είναι δυνατόν να «περιάγομεν την γην και την θάλασσαν» να βρούμε προσήλυτους, και ένα ολόκληρο έθνος εκατομμυρίων Ορθοδόξων να τίθενται στο περιθώριο ως σχισματικοί, επειδή ζητούν την ίδια αντιμετώπιση που έτυχαν πρωτίστως από την πλευρά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και οι υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έκανε το πρώτο βήμα. Ακολούθησαν άλλες δύο Εκκλησίες. Στην πραγματικότητα από την έκδοση του Τόμου το όλο θέμα ήδη τέθηκε σε πανορθόδοξη διαβούλευση. Η ιστορία διδάσκει ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η πορεία είναι μονόδρομος και ότι σε βάθος χρόνου τελικά επέρχεται η αναγνώριση. Η ομαλότητα και η αποφυγή των ισχυρών αναταράξεων όσον αφορά την ενότητα στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας τίθενται υπό μία βασική προϋπόθεση, ότι το θέμα θα αντιμετωπιστεί από φωτισμένες προσωπικότητες που θα ενεργήσουν με γνώμονα την πρέπουσα εκκλησιαστική διάκριση, συστοιχούσες στη μακρόχρονη κανονική πράξη και στη σοφή εμπειρία που απορρέει από τη διαχρονική κανονική μας παράδοση

Στον προβληματισμό που αναπτύχθηκε μετά την έκδοση του Τόμου, προστέθηκε και το επίμαχο θέμα της αναγνώρισης των χειροτονιών Ουκρανών κληρικών. Δεν θα υπεισέλθω στον πειρασμό της λεπτομερούς αναλύσεως– εξάλλου για ένα τέτοιο θέμα θα μπορούσε να γραφεί ολόκληρη μονογραφία, όπου θα καταγράφεται η διαχρονική πράξη της Εκκλησίας μέσα από εκδεδομένες και ανέκδοτες πηγές -, θα παραθέσω εδώ μόνο ένα απόσπασμα από τον Βίο του αγίου Ιωάννη Ελεήμονα. Το συγκεκριμένο κείμενο γράφηκε από τον μεγάλο Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρόνιο, που ήταν και ο σύμβουλος του Ελεήμονα σε δογματικά ζητήματα. Λέει, λοιπόν, ο βιογράφος: «Τους εξ αιρέσεων δε τινων επιστρέφοντας κληρικούς, διδόντας λιβέλλους μεταμελείας και το της ορθοδόξου πίστεως ομολογούντας μάθημα δεχομένους τε τας οικουμενικάς αγίας τέσσαρας συνόδους και τας αιρέσεις πάσας μετά των αιρεσιαρχών αναθεματίζοντας, προθύμως εδέχετο, κοινωνούς αποκαθιστών της καθολικής εκκλησίας».

Στο παράθεμα δεν αναφέρεται η αναχειροτονία. Εξάλλου η αποδοχή των αιρετικών κληρικών με τον τρόπο που καταγράφεται το χωρίο, είτε αυτοί χειροτονήθηκαν από ορθοδόξους είτε από αιρετικούς κληρικούς, επιβεβαιώνεται και από τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Με τη συγκεκριμένη ποιμαντική μέθοδο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Ιωάννης πέτυχε στα δέκα χρόνια της πατριαρχίας του οι ορθόδοξοι ναοί να αυξηθούν από δέκα σε εβδομήντα. Έτσι επιβεβαιώνεται ο κανόνας ότι: η Εκκλησία επιλέγει την επιείκεια για την προσέλευση των αιρετικών και των σχισματικών στο σώμα της. Δεν υπεισέρχεται σε κανονική λεπτολόγηση, αλλά αποδέχεται την έμπρακτη μετάνοια που εκφράζεται με τη βούληση των αιρετικών ή των σχισματικών κληρικών να ενταχθούν στο εκκλησιαστικό σώμα. Στην περίπτωση των Ουκρανών κληρικών αύτη η βούληση εκφράστηκε εν πολλοίς με την προσέλευσή τους στην ενωτική σύνοδο του Κιέβου.

Τα παραπάνω γράφηκαν με αποκλειστικό γνώμονα να βοηθήσουν έστω και στο ελάχιστο στην επίλυση του ζητήματος.

Tagged: