Ο Βίος του Κωνσταντίνου – Κυρίλλου περιγράφει ως εξής τα σχετικά με την έναρξη της αποστολής του στον σλαβικό κόσμο: «Καθῶς ὁ Φιλόσοφος χαιρόταν ἐν Θεῷ, ἔφθασε πάλι νέα εἴδηση καὶ κόπος ὄχι μικρότερος τῶν προηγουμένων, διότι ὁ Ραστισλάβ, ἡγεμόνας τῆς Μοραβίας, παρακινημένος ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφοῦ ἔκανε συμβούλιο μὲ τοὺς πρίγκηπές του καί μὲ τοὺς Μοραβούς, ἔστειλε [γράμμα] στὸν αὐτοκράτορα Μιχαήλ, λέγοντας: «Μολονότι ὁ λαός μας ἀπαρνήθηκε τὴν εἰδωλολατρεία καὶ τηρεῖ τὸν χριστιανικὸ νόμο, ἐντούτοις δὲν ἔχουμε διδάσκαλο τέτοιον ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ μᾶς ἐξηγήσει τὴν ὀρθὴ πίστη στὴ δική μας γλώσσα, ὥστε, βλέποντας αὐτὸ καὶ οἱ ἄλλοι λαοί, νὰ μᾶς μιμηθοῦν. Γι’ αὐτό στεῖλε μας, δέσποτα, ἐπίσκοπο καὶ τέτοιον διδάσκαλο. Διότι ἐπὸ ἐσᾶς ἀπορρέει πρὸς ὅλες τῖς χῶρες ὁ καλὸς νόμος».

Ὁ αὐτοκράτορας λοιπόν, ἀφοῦ συγκάλεσε συμβούλιο, κάλεσε τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Φιλόσοφο, καὶ ἀφοῦ τὸν ἐνημέρωσε σχετικῶς, τοῦ εἶπε: «Φιλόσοφε, γνωρίζω ὅτι εἶσαι κουρασμένος, ἀλλὰ πρέπει ἐσὺ νὰ πᾶς ἐκεῖ, διότι αὐτὴ τὴν ὑπόθεση κανένας ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ τὴν διεκπεραιώσει, ὅπως ἐσύ». Ὁ Φιλόσοφος ἀπάντησε: «Καὶ κουρασμένος εἶμαι καὶ ἄρρωστος, ἀλλὰ θὰ πάω ἐκεῖ μετά χαράς, ἄν αὐτοὶ ἔχουν γράμματα γιὰ τὴ γλώσσα τους». Τοῦ εἶπε ὁ αὐτοκράτορας: «Ὁ παπποῦς μου καὶ ὁ πατέρας μου καὶ ἄλλοι πολλοὶ τὰ ἀναζήτησαν καὶ δὲν τὰ βρήκαν, πῶς μπορῶ λοιπὸν νὰ τὰ βρῶ ἐγώ;» Ἀπάντησε ὁ Φιλόσοφος: «Ποιὸς μπορεῖ νὰ γράφει λόγο ἐπάνω στὸ νερό, ἤ [ποιὸς θὰ θελήσει] νὰ ἀποκτήσει ὄνομα αἱρετικοῦ;» Ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἀπάντησε πάλι μαζὶ μὲ τὸν Βάρδα, τὸν ἀπὸ μητέρα θεῖο του: «Ἄν ἐσὺ τὸ θελήσεις, μπορεῖ νὰ σοῦ τὸ δώσει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δίνει σὲ ὅλους ὅσοι τοῦ ζητοῦν χωρὶς νὰ ἀμφιβάλλουν, καὶ ἀνοίγει [τὴ θύρα] σ’ αὐτοὺς ποὺ [τὴν] κτυποῦν».

Και καταλήγει ο Βίος του Κωνσταντίνου – Κυρίλλου: «Ὁ Φιλόσοφος ἔφυγε, καὶ κατὰ τὴν παλαιὰ του συνήθεια ἐπιδόθηκε στὴν προσευχή, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους συνεργάτες. Καὶ συντόμως ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος εἰσακούει τὶς προσευχὲς τῶν δούλων του, τοῦ ἀποκάλυψε, καὶ τότε συνέθεσε τὰ γράμματα καὶ ἄρχισε νὰ γράφει τὸν εὐαγγελικὸ λόγο: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεός ἦν ὁ Λόγος», καὶ τὰ λοιπά. Χάρηκε ὁ αὐτοκράτορας καὶ δόξασε τὸν Θεὸ μὲ τοὺς συμβούλους του, καὶ τὸν ὰπέστειλε μὲ δῶρα πολλά, γράφοντας στὸν Ραστισλάβ ἐπιστολὴ ὡς ἑξῆς: «Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος θέλει ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ ἔλθει σὲ ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας καί νά άθληθεΐ σε άνώτερη βαθμίδα, βλέποντας τὴν πίστη καὶ τὴν προσπάθειά σου, εὐδόκησε ὥστε καὶ τώρα, στὰ χρόνια μας, νὰ ἀποκαλύψει γράμματα στὴ γλώσσα σας, κάτι ποὺ δὲν εἶχε γίνει παρὰ μόνο στὰ ἀρχαῖα χρόνια, γιὰ νὰ συγκαταλεχθεῖτε καὶ ἐσεῖς στὰ μεγάλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα δοξάζουν τὸν Θεὸ στὴ γλώσσα τους. Ἔτσι σοῦ στείλαμε αὐτόν στὸν ὅποῖο ὁ Θεὸς τὰ ἀποκάλυψε, ἄνδρα τίμιο καὶ εὐσεβή, πολὺ μορφωμένο καὶ φιλόσοφο. Λάβε λοιπὸν δῶρο τὸ καλύτερο, πιὸ πολύτιμο ἀπὸ κάθε χρυσὸ καὶ ἀσήμι, ἀπὸ πολύτιμους λίθους καὶ πλούτη ποὺ φεύγουν, καὶ πήγαινε μ’ αὐτὸ γρήγορα νὰ στερεώσεις τὸ ἔργο, καὶ μὲ ὅλη σου τὴν καρδιὰ νὰ ἀναζητήσεις τὸν Θεό. Καὶ μὴν ἀποποιεῖσαι τὴν κοινὴ σωτηρία, ἀλλὰ παρακίνησε ὅλους νὰ μὴν καταληφθοῦν ἀπὸ νωχέλεια, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας, ὥστε καὶ ἐσύ, φέρνοντάς τους μὲ τὴ φροντίδα σου σὲ ἐπίγνωση Θεοῦ, νὰ λάβεις γι’ αὐτὸ τὴν ἀνταμοιβή σου καὶ σὲ τοῦτον τὸν αἰώνα καὶ στὸν μέλλοντα, γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς ψυχὲς ποὺ θὰ πιστέψουν στὸν Χριστό, τὸν Θεό μας, ἀπὸ τώρα καὶ ἕως τὸ τέλος, ἀφήνοντας τὸ μνημόσυνό σου στὶς ἐπερχόμενες γενεές, ὅπως ὁ μέγας αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος» (BK, κεφ. 145, σελ. 80-81).

Στον Βίο του Μεθοδίου τα γεγονότα που σχετίζονται με την έναρξη της αποστολής του Κωνσταντίνου – Κυρίλλου και του Μεθοδίου καταγράφονται πιο συνοπτικά: «Συνέβη ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, ὁ Ραστισλάβ, ὁ ἡγεμόνας τῶν Σλάβων, μὲ τὸν Σβατοπλούκ [νὰ] στείλουν [γράμμα] ἀπὸ τὴ Μοραβία πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαήλ, λέγοντας αὐτά: «Μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ὑγιεῖς, ἦρθαν δὲ σὲ ἐμᾶς πολλοὶ διδάσκαλοι χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς Λατίνους, τοὺς Ἑλληνες καὶ τοὺς Γερμανούς, διδάσκοντάς μας διαφορετικά. Ἐμεῖς ὅμως οἱ Σλάβοι εἴμαστε ἄνθρωποι ἀπλοϊκοὶ καὶ δὲν ἔχουμε ποιὸν νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ μᾶς ἐξηγήσει τὴ γνώση. Γι’ αὐτό, κράτιστε δέσποτα, στεῖλε μας ἄνδρα ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς κατευθύνει σὲ ὅλη τὴν ἀλήθεια». Τότε ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ εἶπε στὸν Φιλόσοφο Κωνσταντῖνο: «Ἀκοῦς, Φιλόσοφε, τὰ λόγια αὐτά; Κανένας ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτὸ ἐκτὸς ἀπὸ ἐσένα. Νὰ λοιπόν, [λάβε] δῶρα πολλά, πάρε τὸν ἀδελφό σου, τὸν ἡγούμενο Μεθόδιο, καὶ πήγαινε. Διότι ἐσεῖς εἶστε Θεσσαλονικείς, καὶ ὅλοι οἱ Θεσσαλονικεῖς συνδιαλέγονται σωστὰ στὰ σλαβικά». Τότε δὲν τόλμησαν νὰ ἀρνηθοῦν, οὔτε στὸν Θεὸ οὔτε στὸν βασιλέα, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος εἶπε: «Τὸν Θεὸ νὰ φοβᾶστε, νὰ τιμᾶτε τὸν βασιλέα».

Και καταλήγει ο Βίος του Μεθοδίου: «Ἀφοὺ ἄκουσαν τὸν σπουδαῖο λόγο, ἐπιδόθηκαν στὴν προσευχὴ καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν τοῦ ἴδιου μ’ αὐτοὺς πνεύματος. Καὶ ἐκεῖ ἀποκάλυψε ὁ Θεὸς στὸν Φιλόσοφο τὰ σλαβικὰ γράμματα, καὶ ἀμέσως τακτοποίησε τὰ γράμματα καὶ συνέταξε γραπτὸ λόγο· καὶ τράβηξε τὸν δρόμο γιὰ τὴ Μοραβία, παίρνοντας [μαζί του] τὸν Μεθόδιο. Ἄρχισε δὲ καὶ πάλι, ὑποτασσόμενος μὲ ὑπακοή, νὰ ὑπηρετεὶ τὸν Φιλόσοφο καὶ νὰ διδάσκει μαζί του» (ΒΜ, κεφ. 5, σελ. 198).

Στην ελληνική έρευνα η συζήτηση γύρω από τον χαρακτήρα της αποστολής του Κυρίλλου και του Μεθοδίου στη Μεγάλη Μοραβία συνδέθηκε με το ζήτημα της συμμετοχής και του ρόλου του πατριάρχη Φωτίου (858-867 και 877-886) στην οργάνωση της αποστολής, καθώς η συμμετοχή του πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως θεωρείται ότι προσφέρει την απαιτούμενη εκκλησιαστική κάλυψη και επιτρέπει τον χαρακτηρισμό της ως ιεραποστολική, ενώ αντίστοιχα η απουσία της συμμετοχής του πατριάρχη και η εμπλοκή μόνο του αυτοκράτορα την καθιστά την αποστολή κρατική υπόθεση και την εντάσσει στον ευρύτερο διπλωματικό σχεδιασμό της Αυτοκρατορίας.

Όπως πολύ χαρακτηριστικά έχει επισημανθεί από τους ερευνητές, αν και ο Φώτιος κατείχε τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης την περίοδο εκείνη, είναι ενδιαφέρον ότι δεν μνημονεύεται καθόλου κατά την προετοιμασία της αποστολής. Παρόλα αυτά η συμμετοχή του στο συμβούλιο που αποφάσισε την αποστολή των δύο θεσσαλονικέων αδελφών στη Μεγάλη Μοραβία θεωρείται βέβαιη.

Μια ερμηνεία της απουσίας του ονόματός του πατριάρχη από τη διήγηση των Βίων του Κυρίλλου και του Μεθοδίου, η οποία βρήκε αρκετή απήχηση στους έλληνες ερευνητές, είναι ότι αποτελεί συνέπεια της σύγκρουσης του Φωτίου με τον πάπα Νικόλαο Α΄ (858-867) που τον κατέστησε πρόσωπο ανεπιθύμητο στον δυτικό χριστιανικό κόσμο. Έτσι, σύμφωνα με την άποψη αυτή οι Βίοι που γράφτηκαν στο περιβάλλον της Δύσης και υπό την επιρροή της Ρώμης δεν θα μπορούσαν εύκολα να μνημονεύσουν τον Φώτιο και τη συμβολή του στην οργάνωση της αποστολής στη Μεγάλη Μοραβία.

Αξιολογώντας την παραπάνω ερμηνεία θα πρέπει να επισημάνουμε πρωτίστως ότι δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσουμε τη συμμετοχή του Φωτίου στην οργάνωση της αποστολής στη Μεγάλη Μοραβία. Αντιθέτως λαμβάνοντας υπόψη τις άμεσες και έμμεσες πληροφορίες που σώζονται στις πηγές της εποχής προκύπτει σαφώς ότι ο Φώτιος ανήκε στους στενούς συνεργάτες του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, γεγονός που δικαιολογεί και την εμπλοκή του και στην αποστολή στη Μεγάλη Μοραβία.

Το γεγονός επίσης ότι δεν μνημονεύεται καθόλου το όνομά του στους Βίους προς τιμή των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα της συγγραφής των Βίων στη Δύση υπό την επιρροή της Ρώμης. Άλλωστε η συμβολή του Φωτίου αποσιωπάται και στις πηγές που έχουν συνταχθεί στη Βουλγαρία, όπου κατέφυγαν οι μαθητές τους μετά τον διωγμό τους από τη Μοραβία και την Παννονία, και στις οποίες η εχθρότητα της Ρώμης προς το πρόσωπο του Φωτίου δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την αναφορά στο πρόσωπο και τη συμβολή του στην προετοιμασία της αποστολής στη Μεγάλη Μοραβία, αν αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος της μη μνημόνευσής του.

Όπως όμως έχουν καταδείξει οι ειδικοί έλληνες μελετητές της αποστολής του Κυρίλλου και του Μεθοδίου η εξιστόρηση των γεγονότων στους Βίους τους θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού και πιο συγκεκριμένα στις πολιτειακές αντιλήψεις της Κωνσταντινούπολης και στον ειδικό ρόλο του αυτοκράτορα στην κρατική και εκκλησιαστική ιεραρχία. Δεν πρέπει να ξεχνούμε άλλωστε ότι ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης ως διάδοχος του Μεγάλου Κωνσταντίνου αποτελούσε προβολή του Θεού στον κόσμο, όπως η αυτοκρατορία αποτελούσε προβολή της Ουράνιας Βασιλείας. Έτσι, ο αυτοκράτορας είχε την αρμοδιότητα και την ευθύνη της διάδοσης του Ευαγγελίου και την ενσωμάτωση του μη χριστιανικού κόσμου στην χριστιανική οικουμένη, η οποία στη συνείδηση των υπηκόων του ταυτιζόταν με τα όρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Μέσα από αυτή την προοπτική είναι επομένως απόλυτα κατανοητό γιατί οι συντάκτες των δύο Βίων επέλεξαν να μνημονεύσουν μόνο το όνομα του αυτοκράτορα και όχι του πατριάρχη, του οποίου ο ρόλος όσο και αν κρίνεται σημαντικός, καλύπτεται από τον ρόλο του αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας, σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, έφερε την κύρια ευθύνη για την οργάνωση της αποστολής στη Μεγάλη Μοραβία.

Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα πρέπει μέσα από την προοπτική αυτή να διευκρινισθεί ο χαρακτήρας – ιεραποστολικός ή διπλωματικός – της αποστολής του Κυρίλλου και του Μεθοδίου. Λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό, πολιτικό και διπλωματικό παρασκήνιο της αποστολής, το οποίο μελετήθηκε σε βάθος κατά τις τελευταίες δεκαετίες και διαβάζοντας προσεκτικά τους δύο Βίους προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η αποστολή στη Μεγάλη Μοραβία ξεκίνησε ύστερα από πρωτοβουλία του ηγεμόνα της Μεγάλης Μοραβίας Ραστισλάβ, σύμφωνα με τον Βίο του Κυρίλλου ή του Ραστισλάβ και του Σβατοπλούκ, σύμφωνα με τον Βίο του Μεθοδίου. Όπως έχει δείξει ο Καθηγητής Ιωάννης Ταρνανίδης η διαφορά των δύο Βίων στο σημείο αυτό αποτυπώνει τις πολιτικές εξελίξεις κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στη συγγραφή τους, καθώς, όπως είναι γνωστό, μετά την εκθρόνιση του Ραστισλάβ τη Μεγάλη Μοραβία κυβέρνησε ο ανεψιός του Σβατοπλούκ.

Ο ηγεμόνας της Μεγάλης Μοραβίας προσπάθησε καταφεύγοντας στην Κωνσταντινούπολη να αντιμετωπίσει και τελικά να ακυρώσει την εναντίον του συμμαχία ανάμεσα στον φράγκο αυτοκράτορα Λουδοβίκο τον Γερμανικό και τον βούλγαρο ηγεμόνα Βόρη.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ραστισλάβ στην επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ δεν αναφέρεται καθόλου στην απειλή της συμμαχίας Φράγκων και Βουλγάρων αλλά όπως είδαμε ζητά: «ἐπίσκοπο καὶ τέτοιον διδάσκαλο» ο οποίος «νὰ μπορεῖ νὰ μᾶς ἐξηγήσει τὴν ὀρθὴ πίστη στὴ δική μας γλώσσα» σύμφωνα με τον Βίο του Κωνσταντίνου – Κυρίλλου, ενώ σύμφωνα με τον Βίο του Μεθοδίου «ἄνδρα ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς κατευθύνει σὲ ὅλη τὴν ἀλήθεια». Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η διαφορά στη διατύπωση του αιτήματος μεταξύ των δύο Βίων όπως έχει δείξει και πάλι ο Καθηγητής Ταρνανίδης είναι επίσης αποτέλεσμα της χρονικής απόστασης που χωρίζει τη συγγραφή των δύο Βίων και των ιδιαίτερων συνθηκών που αντιμετώπιζαν αντίστοιχα οι συντάκτες τους.

Αποκωδικοποιώντας λοιπόν την αφήγηση των δύο Βίων καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο ηγεμόνας της Μεγάλης Μοραβίας ζητά σε διπλωματική γλώσσα από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης πνευματικής και πολιτιστικής ταυτότητας που θα μπορούσε να εγγυηθεί τη συνέχεια του κράτους του και την επιτυχή αντιμετώπιση της πίεσης που του ασκούσε η αυτοκρατορία των Φράγκων. Πίσω από το αίτημα αυτό, ωστόσο, διακρίνεται σαφώς η αγωνιώδης προσπάθειά του να απαλλαγεί από την απειλή Φράγκων και Βουλγάρων, που στρεφόταν ευθέως εναντίον του και απειλούσαν τη Μεγάλη Μοραβία.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποστολή του Κυρίλλου και του Μεθοδίου στη Μεγάλη Μοραβία πρωτίστως διπλωματική, καθώς αφετηρία της υπήρξε το διπλωματικό αίτημα του μοραβού ηγεμόνα προς τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Επιπλέον, όπως επίσης έχει δείξει πειστικά η ειδική έρευνα, η αποστολή αυτή ήταν ενταγμένη στην ευρύτερη στρατηγική της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που επιδίωκε τη διεύρυνση της διπλωματικής της επιρροής και του ζωτικού της χώρου, ο οποίος είχε συρρικνωθεί επικίνδυνα ύστερα από την αραβική εξόρμηση, που της στέρησε τις ανατολικές της επαρχίες και την κάθοδο των Σλάβων που την απομόνωσε από τον κόσμο της Δυτικής Ευρώπης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε βέβαια ότι η αποστολή παρά τον σαφή διπλωματικό της προσανατολισμό στόχευε παράλληλα και στην εμπέδωση του χριστιανισμού από τον λαό της Μεγάλης Μοραβίας, ο οποίος μόλις είχε εκχριστιανισθεί. Ωστόσο, ο στόχος αυτός ήταν απόλυτα ενταγμένος στους σχεδιασμούς της Κωνσταντινούπολης, η οποία όπως καταλήγει η σύγχρονη έρευνα επένδυε πολιτικά και διπλωματικά στον εκχριστιανισμό των γειτονικών της λαών και στην ενσωμάτωσή τους στην πολιτιστική κληρονομιά του ελληνορωμαϊκού κόσμου.

Η επισήμανση αυτή δεν μειώνει κατά τη γνώμη μας το μέγεθος και τη σημασία του έργου των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Αντίθετα η παραδοχή ότι στάλθηκαν από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης με στόχο να φέρουν σε πέρας μια ιδιαίτερα λεπτή και εξαιρετικά απαιτητική αποστολή η οποία ήταν ενταγμένη στους ευρύτερους διπλωματικούς σχεδιασμούς του, αναδεικνύει ακόμα περισσότερα όχι μόνο τα διπλωματικά τους προσόντα και τις εξαιρετικές τους ικανότητες ως αξιωματούχων της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και ως πιστών τέκνων της Εκκλησίας, οι οποίοι αφοσιώθηκαν με ειλικρινή ιεραποστολικό ζήλο στην προσπάθεια για την πνευματική καλλιέργεια των σλάβων μαθητών τους και στην εμπέδωση της χριστιανικής παράδοσης.

Σε αυτή την προοπτική μάλιστα είναι σαφώς προσανατολισμένο ολόκληρο το έργο τους και ιδιαίτερα το λειτουργικό τους έργο που αποσκοπούσε στην εξεικοίωση και τη βιωματική συμμετοχή των Σλάβων με τη μετάφραση των λειτουργικών κειμένων. Η αναγνώριση της θυσιαστικής τους αφοσίωσης στο έργο αυτό όπως και η επιτυχία του και η επίδραση που άσκησε όχι μόνο στη Μεγάλη Μοραβία αλλά συνολικά στον σλαβικό κόσμο είχε ως αποτέλεσμα οι θεσσαλονικείς αδελφοί να καταγραφούν στη συνείδηση των Σλάβων ως άγιοι και ιεραπόστολοι και όχι ως διπλωμάτες, απεσταλμένοι του αυτοκράτορα. Άλλωστε, είναι προφανές ότι το έργο τους υπερέβη τον διπλωματικό χαρακτήρα της αποστολής, καθώς η επίδρασή του ξέφυγε από τα στενά όρια της διπλωματίας και επέδρασε στην εκκλησιαστική και την ευρύτερη πνευματική παράδοση ολόκληρου του σλαβικού κόσμου.

*Η εισήγηση του αναπληρωτή καθηγητή του Τμ. Θεολογίας ΑΠΘ κ. Ηλία Ευαγγέλου στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο του τμήματος με θέμα “Η εκκλησιαστική ζωή και η λατρευτική παράδοση της Κωνσταντινούπολης ως παράγοντες διαμόρφωσης της ιεραποστολικής πολιτικής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας”

Τα κείμενα που δημοσιεύονται στην κατηγορία αυτή είναι επιλογές από το διαδίκτυο. Εαν κάποιος από τους συντάκτες τους δεν επιθυμεί την φιλοξενία τους από το "Ορθοδοξια.info" μπορεί να το ζητήσει γράφοντας στο news@orthodoxia.info Η αναδημοσίευση στις σελίδες μας δεν σημαίνει απαραίτητα και αποδοχή των όσων αναφέρονται στα κείμενα από την πλευρά του orthodoxia.info

Ετικέτες: