Έχει καταστεί κακή παράδοση να διαπληκτιζόμαστε, εν όψει του Πάσχα, για θέματα τα οποία αφορούν το μυστήριο της Εκκλησίας και δεν θα έπρεπε να καθίστανται πεδίο δημόσιας σύγκρουσης.

Από χθες, ο διχασμός έλαβε και ενδοεκκλησιαστική διάσταση σε σχέση με το αν πρέπει να ασκηθούν κυρώσεις από την Πολιτεία και την Εκκλησία σε όσους μετέλαβαν, παρά την απαγόρευση για την προσέλευση των πιστών στους ναούς, έστω και από την «πίσω πόρτα». Για έναν άνθρωπο με στοιχειώδη εκκλησιαστική συνείδηση, η διαίρεση μεταξύ των πιστών η οποία εκδηλώνεται τις τελευταίες μέρες προκαλεί πόνο.

Την προηγούμενη εβδομάδα, το ζήτημα της επίσημης κρατικής υποδοχής και της μετάδοσης ή μη του αγίου Φωτός, προκάλεσε νέα αντιπαράθεση στο πλαίσιο μιας συνεχιζόμενης πλάνης η οποία επιμένει να ιδεολογικοποιεί και να εκκοσμικεύει τη συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας. Το κενό μνημείο μοιάζει να μην είναι αρκετό για τους Χριστιανούς. Ως άλλοι Ιουδαίοι, «σημεῖον αἰτοῦσι» (Α’ Κορ. 1, 22). Οι θρησκευόμενοι, έχοντας κρύψει και λησμονήσει τη ζωντανή φλόγα της πίστεως ως πρόσωπα και ως εκκλησιαστική κοινότητα (Ματθ. 5, 14-16), έχουμε ανάγκη την έλευση του αγίου Φωτός. Από την άλλη, όσοι δεν έχουν γνώση της λάμψης αυτής της φλόγας, δεν την επιθυμούν γιατί στη θέα της μπορεί να αισθανθούν το φως που τους λείπει.

Έτσι, χλευάζουν ότι θεωρούν αναχρονιστικό, μύθευμα και σκοταδισμό, ανίκανοι να διακρίνουν τη δεισιδαιμονία από τη ζωοποιό πίστη του Χριστού. Πόσοι ενθυμούνται, τελικά, πως η περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδας, όπως και οι ιερές ακολουθίες τους, αναφέρονται στη Σταύρωση, στο Πάθος, στην Ταφή και στην Ανάσταση του Κυρίου, και όχι στη διατήρηση κάποιου εθιμικού θρησκευτικού τυπικού; Η Εκκλησία δεν καλεί σε (τυπο)λατρεία της λειτουργικής ζωής αλλά μέσω της λειτουργικής ζωής σε λατρεία και προσκύνηση «ἐν πνεύματι καί ἀληθεία» (Ιω. 4, 23) του μόνου αληθινού Θεού.

Ποιμένες και ποιμενόμενοι, βρισκόμαστε σε κατάσταση αόρατου σχίσματος μεταξύ μας. Η πανδημία του COVID-19, η τέλεση των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας κεκλεισμένων των θυρών, η απόφαση της κυβέρνησης να απαγορεύσει να μοιραστεί από πόρτα σε πόρτα το άγιο Φως και η μετάληψη των πιστών, έχουν πυροδοτήσει έντονες διαφωνίες και εντός της Εκκλησίας. Οι μεν εγκαλούν τους δε για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να παραβούμε τις σχετικές οδηγίες της ΔΙΣ, αν πρέπει να θεωρήσουμε τις αποφάσεις της προϊόν πατρικής ευθύνης ή υποταγής στην κοσμική εξουσία και αν τα μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορονοϊού αποτελούν έμμεσο διωγμό της Εκκλησίας ή όχι.

Ποιο είναι το εκκλησιολογικό ήθος, τελικά, υμών των Ορθοδόξων; Ποια οικοδομή προσφέρει στο Σώμα της Εκκλησίας αυτή η διένεξη και μάλιστα σε μια δύσκολη περίοδο για όλο τον κόσμο, κατά την οποία χρειάζεται η προφητική φωνή της; Γιατί δεν αντιλαμβανόμαστε ότι δίνουμε τη χειρότερη μαρτυρία στα «έθνη», όταν θα έπρεπε να είμαστε όλοι ομοθυμαδόν στην προσευχή αυτή την ώρα; Είναι κάτι παραπάνω από θλιβερή η αποτύπωση αυτής της κατάστασης μέσα από γελοιογραφίες οι οποίες δημοσιεύτηκαν τις τελευταίες μέρες και εξευτελίζουν τα ίδια τα συστατικά στοιχεία της πίστης μας, με κύριο αυτό της Θείας Ευχαριστίας. Του κάκου ο λειτουργός αναφωνεί «τὰς θύρας, τὰς θύρας».

Η ευθύνη των Χριστιανών είναι μεγάλη και δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της άσκησης των ατομικών θρησκευτικών ελευθεριών για να δικαιολογηθούν ατομοκεντρικές ποιμαντικές πρακτικές. Κανείς δεν επιβαίνει μόνος του (ή έστω με τον γέροντά του) στη νοητή ναυς.

Χρειάζεται εκκλησιαστική θεώρηση της κατάστασης, με σεβασμό στην Παράδοση αλλά και εν Πνεύματι Αγίω ετοιμότητα για τη λήψη μέτρων αντιμετώπισης των καινοφανών ποιμαντικών προκλήσεων πέρα από τα στεγανά και την ασφάλεια του τύπου «έτσι τα παραλάβαμε, έτσι βολευτήκαμε».

Φέτος, μπορεί να λείπει από τους ναούς η φυσική παρουσία των πιστών. Έχουν, όμως, υπερπολλαπλασιαστεί τα ταμεία προσευχής (Ματθ. 6, 6) ή αυτό θα έπρεπε να συμβαίνει ως εκδήλωση της αυτοσυνειδησίας των Χριστιανών ως προσευχόμενων όντων. Να συνταχθούμε, λοιπόν, με τη συμμόρφωση της ποιμαίνουσας Εκκλησίας προς τις οδηγίες των επιστημόνων να τελεστούν οι Ακολουθίες κεκλεισμένων των θυρών και να υπάρξει «νηστεία» από τη Θεία Ευχαριστία ως έκφραση αγάπης.

Μιας αγάπης η οποία καλεί τον καθένα από εμάς να θυσιάσει ακόμα και την παρουσία του στον ναό προς χάριν του συνανθρώπου και εις αλληλέγγυα ανάμνηση των αδερφών μας οι οποίοι βιώνουν καθημερινά τον πόνο αυτό όντας κατάκοιτοι, ασθενείς, μακριά από εκκλησιαστικές κοινότητες, εφημερεύοντες, ναυτικοί ή εξαιτίας του ότι υφίστανται θρησκευτικές διώξεις. Ίσως αυτή η ένθερμη κοινή δέηση για την υγεία όλου του κόσμου, την αντιμετώπιση της πανδημίας, υπέρ ενισχύσεως και φωτισμού όσων εργάζονται προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά και «ὑπέρ εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», να αποτελέσει σημείο προς τους μη πιστεύοντες (προβλ. Α’ Κορ. 14, 22), πολύ πιο δυνατό και από την ίδια την αφή του αγίου Φωτός.

Ο Νίκος Κοσμίδης είναι πολιτισμολόγος, εταίρος του Κέντρου Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» (CEMES).

Ετικέτες: