Αγία Γραφή: Πρό(σ)κληση για την ενότητα των Χριστιανών Επετειακή εκδήλωση για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας

Αθήνα- Σοφία Καρεκλά | Με μια λαμπρή εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το απόγευμα της Τετάρτης, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλου και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου, η Ελληνική Βιβλική Εταιρία τίμησε τη συμπλήρωση διακοσίων ετών από την ίδρυσή της.

Ο Γενικός Διευθυντής της Εταιρίας κ. Μιχαήλ Χατζηγιάννης, στον χαιρετισμό του, υπογράμμισε τη σημασία όλων όσοι έχουν προσφέρει και εκείνων που συνεχίζουν να συνδράμουν στο έργο της Ε.Β.Ε. «Η Ελληνική Βιβλική Εταιρία δεν υπάρχει αφεαυτού της ούτε υπηρετεί τον εαυτό της. Είναι όλοι και όλες που πρόσφεραν τον χρόνο και την ενέργειά τους να μεταφρασθεί η Αγία Γραφή και να φθάσει σε όλους τους ανθρώπους», είπε συγκεκριμένα.

Σχετικά με την πορεία της Εταιρίας, ο κ. Χατζηγιάννης δήλωσε ότι «η Ε.Β.Ε. αποδείχθηκε μια κιβωτός ανθρώπων που σαν φάρος φιλοδοξεί να ακτινοβολεί μέσα στον χρόνο τον λόγο που μένει εις τον αιώνα».

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος, τόνισε ότι «η Ε.Β.Ε. είναι ο μοναδικός οικουμενικός οργανισμός που λειτουργεί στην Ελλάδα», συμπληρώνοντας πως «η Εταιρία αποτελεί έναν χώρο δημιουργικής συνάντησης στον οποίο όσοι συμμετέχουν μπορεί να προέρχονται από διαφορετικές χριστιανικές παράδοσεις αλλά τους ενώνει ο λόγος του Θεού».

Ο μητροπολίτης Δημητριάδος, μετά τον χαιρετισμό του, προσέφερε εκ μέρους της Ε.Β.Ε. τιμητική πλακέτα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών.

Ο κ. Παυλόπουλος, αφού ευχαρίστησε την Ε.Β.Ε., δήλωσε ότι «η Προεδρία της Δημοκρατίας, όποιος κι αν είναι αρχηγός της, θα βρίσκεται πάντα κοντά στο έργο της Εταιρίας».

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος εξέφρασε θερμές ευχαριστίες στους επιστήμονες και τους ειδικούς που εργάζονται ώστε το φως του λόγου του Θεού να είναι διάχυτο σε όλους τους ανθρώπους.

«Η Αγία Γραφή: Πρόκληση και πρόσκληση για την ενότητα των Χριστιανών» ήταν το θέμα που ανέπτυξε ο κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης, καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ και ιδρυτικό μέλος της Ε.Β.Ε., κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου.

Ο κ. Κωνσταντίνου ξεκίνησε την εισήγησή του επισημαίνοντας τη σημασία και τη σπουδαιότητα που αποδίδεται στην Αγία Γραφή «ως πρωταρχική πηγή της πίστης, πηγή έμπνευσης της λατρείας, της εικονογραφίας και της υμνογραφίας της Εκκλησίας καθώς και για τον καθοδηγητικό της ρόλο της στη ζωή των πιστών».

Ωστόσο, μεταφέροντας τα λόγια του Ρώσου θεολόγου Πάβελ Νικολάγιεβιτς Ευδοκίμοφ, τα οποία επαναλαμβάνονται συχνά στο πλαίσιο των οικουμενικών διαλόγων, ο κ. Κωνσταντίνου είπε ότι «είμαστε όλοι ενωμένοι γύρω από την ίδια Βίβλο, όσο είναι κλειστή. Μόλις όμως την ανοίγουμε ακολουθούμε ο καθείς τις παραδόσεις μας και καταλήγουμε σε διαφορετικές αναγνώσεις».

Στη συνέχεια, ανέλυσε τα αίτια για τα οποία η Αγία Γραφή και ιδιαίτερα η Παλαιά Διαθήκη παραμένουν άγνωστες για τους Έλληνες Ορθοδόξους, εξηγώντας ότι «πολύ περισσότερο συνέβαλαν σ’ αυτό οι ιστορικές και οι πολιτισμικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διαμορφώθηκε στην πορεία των αιώνων η αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας και όχι η δογματική διδασκαλία και γενικότερα η θεολογική σκέψη της Ανατολικής Εκκλησίας».

Υπογράμμισε τα προβλήματα που δυσκολεύουν τους πιστούς στην κατανόηση των Βιβλικών κειμένων, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «οι περισσότεροι χριστιανοί σήμερα ομολογούν ότι κατανοούν ενπολλοίς το Ευαγγέλιο, αλλά αδυνατούν να κατανοήσουν τα αποστολικά αναγνώσματα, ενώ αδιαφορούν πλήρως για τα αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη, αφού τόσο το προερχόμενο από ένα διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον περιεχόμενό τους όσο και η ιδιομορφία της γλώσσας στην οποία είναι γραμμένα τα καθιστούν εντελώς ακατανόητα».

Ο κ. Κωνσταντίνου, επίσης, έκανε σύντομη ιστορική αναδρομή στις σχέσεις Εκκλησίας- πολιτείας από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους και στο πώς αυτές επηρέασαν το ζήτημα της μελέτης της Αγίας Γραφής και ειδικά των μεταφράσεών της, αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Ευαγγελιακά του Νοεμβρίου του 1901.

«Στη νέα ελληνική πραγματικότητα η Εκκλησία αυτοανακηρύχτηκε σε προστάτιδα των εθνικών παραδόσεων, στις οποίες ανήκει και η αρχαία ελληνική γλώσσα, οπότε το ζήτημα της αξίας της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα ιδεολογικοποιήθηκε», τόνισε ο κ. Κωνσταντίνου. Συμπλήρωσε, μάλιστα, ότι «είναι αξιοσημείωτο ότι από το 1911 και εξής όλα τα Συντάγματα της Ελλάδας απαγορεύουν τη μετάφραση της Αγίας Γραφής χωρίς έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος».

Κάνοντας λόγο για την πορεία της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, ο κ. Κωνσταντίνου επισήμανε ότι «βασική επιδίωξή της αποτελεί η συνεργασία με όλες τις Εκκλησίες και τις εκκλησιαστικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα για την όσο το δυνατόν ευρύτερη διάδοση της Αγίας Γραφής και για την κάλυψη των λειτουργικών, κατηχητικών και λοιπών ποιμαντικών αναγκών τους με θεολογικά και επιστημονικά αξιόπιστες εκδόσεις του βιβλικού κειμένου και μεταφράσεις του σε γλώσσα που την κατανοούν όλοι».

Πρόσθεσε, ακόμη, ότι «το έργο που η Ελληνική Βιβλική Εταιρία πέτυχε στα χρόνια που ακολούθησαν μετά την ίδρυσή της είναι πραγματικά εκπληκτικό». Απαρίθμησε τις μεταφράσεις της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης που έχουν γίνει από διαπρεπείς καθηγητές των θεολογικών σχολών της χώρας ενώ αναφέρθηκε και στις σχέσεις της Ε.Β.Ε. με την Εκκλησία της Ελλάδος για την μετάφραση του Προφητολογίου και του Εκλογαδίου.

«Το έργο της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας δεν περιορίζεται στον μεταφραστικό μόνον τομέα, αλλά λειτουργεί και ως καταλύτης στις σχέσεις μεταξύ των προερχόμενων από διάφορες εκκλησιαστικές παραδόσεις χριστιανών, καθώς αποτελεί τον μοναδικό πραγματικά οικουμενικό οργανισμό που δραστηριοποιείται στον ελλαδικό χώρο. Και είναι αυτονόητο πως σε μια εποχή που οι εχθροί της συμφιλίωσης δεν παύουν να καλλιεργούν τάσεις απομονωτικές και διασπαστικές, χρησιμοποιώντας τον εθνοκεντρισμό και προβάλλοντας τις αντιθέσεις, σε μια εποχή υποβάθμισης και απαξίωσης του ανθρώπινου προσώπου, ένα τέτοιο έργο μόνον αγαθά αποτελέσματα μπορεί να έχει τόσο για τις ελληνόφωνες Εκκλησίες όσο και για ολόκληρη τη χριστιανική οικογένεια», τόνισε, κλείνοντας την ομιλία του.

Ακολούθησε το δεύτερο μέρος της εκδήλωσης «η Βίβλος εμπνέει τη μουσική» στο οποίο συμμετείχε η χορωδία της ΕΡΤ και οι ηθοποιοί Όλγα Νικολαϊδου, Γεράσιμος Μιχέλης, Θεόδωρος Κατσαφάδος και Δήμητρα Στογιάννη.

Tagged: