Όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο έντονο γίνεται το πρόβλημα των προσφύγων και των μεταναστών στην Ελλάδα. Φωνές πολλές από διαφορετικές πλευρές. Τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν οι φωνές που μέσα τους κρύβουν αγωνία και φόβο. Αγωνία για το “τί μέλλει γενέσθαι” γενικότερα με τις αυξανόμενες ροές και φόβος για το πώς θα μπορέσουν οι τοπικές κοινωνίες να διαχειριστούν το θέμα.

Όλα ξεκινούν από την αδυναμία της Πολιτείας να σχεδιάσει ένα σοβαρό πλάνο για την εγκατάσταση, διαμονή, απογραφή και διαχωρισμό των προσφύγων από τους μετανάστες. Οι υπάρχοντες καταυλισμοί (hot spots) έτσι όπως είναι σήμερα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να λύσουν το πρόβλημα. Μάλλον δημιουργούν περισσότερα και μεγαλύτερα προβλήματα.

Οι τοπικές κοινωνίες κυρίως των νησιών που βρίσκονται κοντά στα σύνορα με την Τουρκία μέχρι τώρα έχουν σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος. Ήρθε λοιπόν η στιγμή να μεταφερθούν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Συμφωνίες με ξενοδοχεία για τη στέγασή τους, πούλμαν που φτάνουν νύχτα και κάτοικοι που στήνουν μπλόκα για να μην περάσουν και μείνουν δίπλα στα σπίτια τους.

Όσο κάποιος όλα αυτά τα βλέπει και τα κρίνει μέσα από την ασφάλεια του σπιτιού του που κάποιες φορές βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, μπορεί εύκολα να τους ονομάσει φοβικούς, αφιλόξενους ή και εθνικιστές. Σε μια κοινωνία υπάρχουν όλες οι τάσεις και όλες οι συμπεριφορές. Οι ακραίες φωνές πάντα θα δυναμώνουν, όταν οι ψύχραιμες φωνές απουσιάζουν από τον δημόσιο διάλογο, όταν φυσικά υπάρχει διάλογος. Στην περίπτωση αυτή η ψύχραιμη φωνή θα μπορούσε να ακουστεί από την Πολιτεία, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, και την Εκκλησία, με την προϋπόθεση πως θα συνεργαστούν με συνέπεια σε μια κοινή στρατηγική κι όχι αποσπασματικά και συγκυριακά.

Η Ελλάδα καλείται να λύσει μόνη της το πρόβλημα. Η Ε.Ε. παρά τις όποιες καλές της προθέσεις, τα ψηφίσματα και τα ευχολόγια δεν κατάφερε μέχρι τώρα να πείσει χώρες όπως η Ουγγαρία, η Αυστρία, η Ιταλία κ.ά. να ανοίξουν τα σύνορα τους και να δεχτούν πρόσφυγες και μετανάστες. Η λογική “σας δίνουμε τα χρήματα κι εσείς βγάλτε τα κάστανα από τη φωτιά” μόνο ενότητα δεν δείχνει.

Η εμπειρία μου ως κληρικός που υπηρετεί εδώ και δώδεκα χρόνια στην επαρχία μου δίνει τη δυνατότητα να μπορώ να ακούω και να βλέπω τους φόβους των ανθρώπων της υπαίθρου. Ούτε μισάνθρωποι είναι, ούτε αφιλόξενοι, ούτε εθνικιστές. Η αντίδραση τους είναι αποτέλεσμα της απουσίας ενημέρωσης. Ο λαός σοφά λέει πως : “της νύχτας τα καμώματα τη βλέπει η μέρα και γελά”. Όταν οι τοπικές κοινωνίες απλά μαθαίνουν από τα social media πως έρχονται τα πούλμαν με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες να μείνουν στο χωριό τους, ποιος περιμένει μια διαφορετική αντίδραση;

Κι επειδή έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα στην ελληνική επαρχία, κυρίως σε χωριά μικρά, που η πλειοψηφία των κατοίκων ηλικιακά είναι πάνω από τα 60, ξεχασμένοι από όλους εκείνους που τους θυμούνται κάθε τέσσερα χρόνια για να τους ψηφίσουν, ο παπάς είναι ο μόνος που απέμεινε σε αυτά τα χωριά, που πρέπει να διδάξει, να διώξει τους φόβους και να απαντήσει στις ενστάσεις.

Όσο μεγάλο κι αν είναι το κενό που δημιουργεί η απουσία ενός κεντρικού σχεδιασμού για το προσφυγικό και το μεταναστευτικό εμείς οι χριστιανοί θα πρέπει να έχουμε μια στάση η οποία να έχει ως βασικό στοιχείο τη διδασκαλία του Χριστού. Ο χριστιανός δεν δικαιούται να φοβάται. Κυρίως να φοβάται πως η γειτνίασή του με τους μουσουλμάνους πρόσφυγες και μετανάστες  θα αλλοιώσει τη χριστιανική του πίστη. Αν η πίστη μας είναι τόσο ευάλωτη τότε μάλλον υπάρχει πρόβλημα το οποίο δεν οφείλεται στους μουσουλμάνους, αλλά σε εμάς τους ίδιους. Ας μην ξεχνάμε πως οι Απόστολοι βρέθηκαν για να διδάξουν το Ευαγγέλιο σε περιβάλλοντα αλλοεθνή, κι όχι μόνο δεν έχασαν την πίστη τους, αλλά την ενδυνάμωσαν.

Ο χριστιανός δεν δικαιούται να συντάσσεται με τις ακραίες φωνές. Πρέπει ο λόγος του να είναι σαν το αλάτι και η παρουσία του να φωτίζει τον κόσμο και όχι να τον σκοτεινιάζει. Ακόμη κι όταν δεν μπορεί κάποιος να δει τον ξένο ως αδερφό, τουλάχιστον ας μην τον αντιμετωπίζει ως εχθρό και απειλή. Ο καθένας που λέει ότι πιστεύει στο Χριστό ας αναλογιστεί μόνος του την προσωπική του ευθύνη. Ο Χριστός είναι ξεκάθαρος. “Ήμουν ξένος και δεν με δεχτήκατε”. Οι μεγάλοι σταυροί και τα μεγάλα λόγια δεν αρκούν για εκείνον που θέλει να είναι συνεπής με την χριστιανική του ιδιότητα. Η ιδιότητα αυτή απαιτεί θυσίες, αλλιώς δεν έχει νόημα να μιλάμε για Χριστό, Εκκλησία και Ορθοδοξία. Γι΄ αυτό εμείς οι κληρικοί όλων των βαθμών αντί να ρίχνουμε “λάδι στη φωτιά” ας χρησιμοποιήσουμε αυτό το λάδι για να θεραπεύσουμε τις πληγές όλων εκείνων εκείνων που το έχουν ανάγκη χωρίς να κοιτάμε το χρώμα, τη θρησκεία και την εθικότητα τους, έτσι για να μην μείνει ο καλός Σαμαρείτης άλλη μια ιστοριούλα στα αζήτητα του Ευαγγελίου.

* Ο Αρχιμ. Ιουστίνος Κεφαλούρος είναι Εφημέριος του Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων Κοκκαλούς (Μητρόπολη Ιερισσού)

Tagged: