Καθ’ όλην τη διάρκεια της δημόσιας δράσης του, ο Ιησούς περιέτρεχε τα χωριά και τις πόλεις της Παλαιστίνης διδάσκοντας το ευαγγέλιο, ένα χαρμόσυνο μήνυμα δηλαδή, που είχε ως κεντρικό του θέμα τον ερχομό της “Βασιλείας του Θεού”. Για όσους πίστεψαν σ’ αυτόν τότε, αλλά και αργότερα, το θέμα “Βασιλεία του Θεού” αποτέλεσε πηγή ελπίδας, έμπνευσης, αστείρευτου θάρρους, έγινε σταθερός δείκτης προσανατολισμού και πορείας, αλλά γέννησε ταυτόχρονα και μεγάλα και αγωνιώδη ερωτηματικά, σχετικά με το πώς ακριβώς θα είναι τα πράγματα στη Βασιλεία του Θεού, πότε θα έρθει η Βασιλεία του Θεού, τι οφείλουν οι πιστοί του Χριστού να κάνουν ώστε να έρθει η Βασιλεία του Θεού και άλλα παρόμοια.

Σ’ αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει η Εκκλησία μέσα από τα αναγνώσματα των επτά Κυριακών της περιόδου του Πεντηκοσταρίου, τη χαρμόσυνη, δηλαδή, περίοδο που ακολουθεί το Τριώδιο και είναι αφιερωμένη στην ανάσταση και τα μετά από αυτήν γεγονότα της ζωής του Ιησού στη γη. Περιεχόμενο του ευαγγελικού αναγνώσματος της τέταρτης μετά το Πάσχα Κυριακής αποτελεί μια μακρά και υψηλού επιπέδου θεολογική συζήτηση, στο πλαίσιο της οποίας ο Ιησούς αποκαλύπτει τη μεσσιανική του ιδιότητα, αυτοπαρουσιάζεται, δηλαδή, ως ο απεσταλμένος από τον Θεό σωτήρας του κόσμου, περιγράφει τον Θεό ως Πνεύμα, υποδεικνύει τον ορθό τρόπο λατρείας του και εξαγγέλλει την έναρξη της Βασιλείας του Θεού.

Το αξιοπερίεργο και ίσως πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της συζήτησης όμως δεν είναι το αναμφίβολα πλούσιο περιεχόμενό της αλλά το πρόσωπο που ο Ιησούς επιλέγει ως συνομιλητή του. Πρόκειται για μια γυναίκα που από άποψη καταγωγής ανήκει σε μια φυλή την οποία οι Ιουδαίοι θεωρούσαν παραδοσιακά εχθρική και από άποψη θρησκείας ανήκει σε μια σημαντικά αποκλίνουσα από την ιουδαϊκή ορθοδοξία αιρετική ομάδα. Η γυναίκα εμφανίζεται στην αφήγηση χωρίς όνομα. Η αποφυγή της αναφοράς του ονόματος κάποιου από τα πρόσωπα που παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια αφήγηση αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά του Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου• η μητέρα του Ιησού, ο αγαπημένος μαθητής, ο παράλυτος της Βηθεσδά, ο εκ γεννετής τυφλός, ο εκατόνταρχος, είναι κάποια από τα πρόσωπα που επίσης δεν μνημονεύονται με το όνομά τους. Και καθώς πρόκειται για ιστορικά πρόσωπα, η αποφυγή της μνείας των ονομάτων οφείλεται προφανώς στην πρόθεση του ευαγγελιστή να τονίσει τον συμβολικό και, επομένως, διαχρονικό χαρακτήρα των αφηγήσεων στις οποίες τα συγκεκριμένα πρόσωπα εμφανίζονται.

Έτσι, το γεγονός ότι ο Χριστός επιλέγει ως συνομιλητή του μια γυναίκα, αλλόφυλη και αιρετική και, μάλιστα, είναι αυτή που αξιώνεται να γίνει η πρώτη απόστολος του Ιησού Χριστού, ενώ οι περήφανοι για την καταγωγή και την ορθοδοξία τους μαθητές, μένουν στο περιθώριο να κοιτάζουν γεμάτοι απορία τον Δάσκαλό τους, στέλνει ένα αναμφίβολα επίκαιρο, αλλά και πολυσήμαντο για τη σύγχρονη εποχή μήνυμα, που προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο ο Ιησούς πλησιάζει τη γυναίκα και που με ιδιαίτερα γλαφυρό όσο και αριστοτεχνικό τρόπο σκιαγραφείται στο δοξαστικό των αίνων της ημέρας:

Ἡ πηγὴ τῆς ζωαρχίας, Ἰησοῦς ὁ Σωτὴρ ἡμῶν,
ἐπὶ τὴν πηγὴν ἐπιστὰς τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ,
πιεῖν ἐζήτει ὕδωρ παρὰ γυναικὸς Σαμαρείτιδος.
Τῆς δὲ τὸ ἀκοινώνητον τῶν Ἰουδαίων προσειπούσης,
ὁ σοφὸς δημιουργὸς μετοχετεύει αὐτὴν ταῖς γλυκείαις προσρήσεσιν
μᾶλλον πρὸς αἴτησιν τοῦ ἀϊδίου ὕδατος.
Ὃ καὶ λαβοῦσα, τοῖς πάσιν ἐκήρυξεν εἰποῦσα·
Δεῦτε, ἴδετε τῶν κρυπτῶν γνώστην καὶ Θεόν, παραγενόμενον σαρκί,
διὰ τὸ σῶσαι τὸν ἄνθρωπον.

Οι σύγχρονες κοινωνίες μετατρέπονται με όλο και ταχύτερους ρυθμούς σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες και οι χριστιανοί συναντούν στις καθημερινές τους συναναστροφές όλο και συχνότερα ανθρώπους διαφορετικής θρησκευτικής και γενικότερα πολιτισμικής προέλευσης, με τους οποίους καλούνται κάποιες φορές να συνεργαστούν. Η συνάντηση του Ιησού Χριστού με τη Σαμαρείτισσα, όπως αυτή περιγράφεται από τον σχετικό ύμνο, δίνει το μέτρο της αντιμετώπισης από τους χριστιανούς όσων προέρχονται από διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις• όχι με μισαλλοδοξία, όχι με διάθεση αντιπαράθεσης, όχι με αισθήματα φόβου και ανασφάλειας που οδηγούν σε εχθρότητα, αλλά «γλυκείαις προσρήσεσιν μετοχετεύειν» τη συζήτηση από τα επουσιώδη στα ουσιώδη και σημαντικά.

Η Σαμαρείτισσα ρωτάει τον Χριστό, όταν διαπιστώνει ότι έχει απέναντί της κάποιον άνθρωπο του Θεού, πού πρέπει να λατρεύεται ο Θεός. Ο Χριστός, χωρίς να απαρνείται τη δική του παράδοση –Εσείς λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε· εμείς όμως λατρεύουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται από τους Ιουδαίους (Ιωα 4:22)– στρέφει (μετοχετεύει) τη συζήτηση στο πώς πρέπει να λατρεύεται ο Θεός• όσοι πραγματικά λατρεύουν τον Θεό, θα λατρεύσουν τον Πατέρα κατευθυνόμενοι από το άγιο Πνεύμα, που αποκαλύπτει την αλήθεια (Ιωα 4:23). Σε άλλο σημείο του ίδιου Ευαγγελίου ο ίδιος ο Χριστός βεβαιώνει: Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή• οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ (Ιωα 14:6) Έτσι, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι στον διάλογό του με τη Σαμαρείτισσα ο Χριστός αποκαλύπτει το μυστήριο της Αγίας Τριάδος• το άγιο Πνεύμα κατευθύνει τους ανθρώπους προς τον Υιό, δια του οποίου οδηγούνται προς τον Πατέρα.

Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό το ότι η αλήθεια αυτή αποκαλύπτεται σε μια άσημη, ταλαιπωρημένη αλλόφυλη και αιρετική γυναίκα, ενώ δεν αποκαλύφτηκε στον επιφανή φαρισαίο και μέλος του ιουδαϊκού Συνεδρίου Νικόδημο, η συνάντηση του οποίου με τον Χριστό περιγράφεται στο αμέσως προηγούμενο επεισόδιο (Ιωα 3:1-10). Αυτό σημαίνει ότι η γνώση του Θεού δεν επιτυγχάνεται μέσα από μια νοησιαρχική διαδικασία, μέσα από μια σειρά λογικών συλλογισμών, αλλά είναι δώρο που δίνεται από τον ίδιο τον Θεό στον άνθρωπο αρκεί αυτός να είναι έτοιμος να το δεχτεί. Αυτό ακριβώς είναι το κριτήριο της θείας δωρεάς, η ετοιμότητα του ανθρώπου να δεχτεί το δώρο του Θεού, και όχι η κοινωνική του θέση, η καταγωγή ή το μορφωτικό του επίπεδο. Και όποιος δέχεται αυτό το δώρο του Θεού δεν το στρέφει σαν όπλο για να εξουθενώσει άλλους, αλλά φροντίζει να το μοιραστεί με άλλους, ώστε όλοι μαζί να κάνουν ένα μεγάλο βήμα προς τη Βασιλεία του Θεού. Μόνον τότε λατρεύει κανείς πραγματικά τον Θεό, όταν η λατρεία δεν καθίσταται μια τυπική θρησκευτική υποχρέωση που στοχεύει στον εξευμενισμό της θεότητας ή στην επίτευξη ατομικών επιδιώξεων και φιλοδοξιών, αλλά όταν είναι έτοιμος να μοιραστεί με τους συνανθρώπους του τη δωρεά του Θεού.

Φωτογραφία: “Ο Ιησούς και η Σαμαρείτισσα”, Άγιος Απολυνάριος ο Νέος – Ραβέννα, Ψηφιδωτό στο ανώτερο διάζωμα του βόρειου τοίχου (ε΄ – ς΄ μ.Χ. αι)

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: