ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Αχρίδος Ιωάννης

του Ἐπισκόπου Ἀβύδου Κυρίλλου

Ἐὰν θὰ ἔπρεπε στὴν παροῦσα συγκυρία νὰ ἀναχθοῦμε σὲ ἕνα βιβλικὸ χωρίο ποὺ νοηματοδοτεῖ καὶ ἑρμηνεύει τὴν σήμερον παρεχομένη τιμὴ σύμφωνα μὲ τὴν παύλεια προτροπή «ἀπόδοτε οὖν πάσι τὰς ὀφειλάς τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος, τῷ τὸν φόβον τὸν φόβον, τῷ τὴν τιμὴν τὴν τιμήν» (Ρωμ. 13, 7) στὸ πρόσωπο τοῦ σεβαστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος κ. Ἰωάννη, θὰ βρίσκαμε πάρα πολλά, ὅλα ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καλεῖ τοὺς μαθητές Του καὶ τὸ λαό, ὁ λόγος τους, ἡ διδασκαλία τους, τὸ μήνυμά τους νὰ εἶναι σύμφωνο μὲ τὰ ἔργα τους, τὴν πράξη τους καὶ τὴν πολιτεία τους: «ὃς δ᾽ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸ ὄρος τῶν Μακαρισμῶν. Σὲ ἄλλη εὐκαιρία, πάλι στὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς ἐρωτᾷ: «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου», γιὰ νὰ δώσει ὁ ἴδιος τὴν ἀπάντηση: «ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῦς, αὐτός μου ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστιν». Ὁ ἐλεγκτικὸς λόγος τοῦ Χριστοῦ γιὰ τοὺς Φαρισαίους «λέγουσι γὰρ καὶ οὐ ποιοῦσι», ἴσως νὰ μπορεῖ νὰ ἠχεῖ καὶ στὶς δικές μας καρδιές, σὲ στιγμὲς εἰλικρινοῦς αὐτογνωσίας, αὐτομεμψίας καὶ αὐτοκριτικῆς.

Εἶναι κοινὸς τόπος ὅτι στὴ σύγχρονη κοινωνία τῆς σύγχυσης καὶ τῆς παρακμῆς ἀπουσιάζει ἐν πολλοῖς ἡ ἀκεραιότητα τοῦ βιώματος τῆς ἀλήθειας καὶ ἡ ἐντιμότητα. Ἀπουσιάζει ἕνας μικρὸς ἢ μεγάλος Μωϋσῆς ποὺ στὴ σφαῖρα τῆς ἐπιρροῆς του θὰ μποροῦσε νὰ δείξει τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, νὰ ἀποτελέσει τό «ἅλας τῆς γῆς» καὶ νὰ γίνει τό «φῶς τοῦ κόσμου», ὑπερβαίνοντας πειρασμούς, διχασμούς, μεγαλύτερα ἢ μικρότερα ἐμπόδια καὶ ἀναστολές, ὥστε νὰ εὑρίσκει τὴν ἄριστη ἐφαρμογή του ὁ πατερικὸς λόγος, ὅτι «ἡ πρᾶξις ἐστὶν ἡ τῆς θεωρίας ἐπίβασις». Ἡ ἀλήθεια πολλὲς φορὲς στὴν ἱστορία χρειάστηκε νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὴν ἐξουσία. Εἶναι οἱ φορὲς ἐκεῖνες, ὅπου ἡ μετὰ παρρησίας ὁμολογία ἔγινε μαρτυρία καὶ ἡ μαρτυρία ὁδήγησε στὸ μαρτύριο. Αὐτὸ εἶναι πολλὲς φορὲς τὸ κόστος τῆς μαρτυρίας, τὴν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ καταδίωξη, ὁ ὀνειδισμός, οἱ ἀπόπειρες ἐξευτελισμοῦ, ἡ συκοφαντία, ἡ ἐξορία καὶ ἡ φυλακή.

Τὸ Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν μὲ τὴν ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ καθηγητοῦ κυρίου Σωτηρίου Δεσπότη ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Γενικῆς του Συνέλευσης τῆς 01/06/2016 καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἡ Κοσμητεία τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ὑπὸ τὴν προεδρεία τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἀποστόλου Νικολαΐδη καὶ στὴν συνέχεια ἡ Σύγκλητος τῇ τοῦ Πρυτάνεως τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Καθηγητοῦ κ. Δημοπούλου ἐπινεύσει, ἀπεφάσισαν νὰ ἀποδώσουν τὴν τιμὴ τοῦ Ἐπιτίμου Διδάκτορος σὲ ἕναν διακεκριμένο ἱεράρχη τῆς ἀδελφῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀχρίδος, κ. Ἰωάννη, ἀναγνωρίζοντας ὄχι μόνο τὴν προσφορά του καὶ τὴν ἀξιοθαύμαστη −σὲ πολὺ μάλιστα− ἀντίξοες συνθῆκες ἀκαδημαϊκή του παιδεία καὶ παραγωγή, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ ζωή του καὶ τὸ ἔργο του τὸν ἀνέδειξαν σὲ ἕνα ἀληθινὸ Ἀπόστολο τῆς ἑνότητας, σὲ ἕνα γενναῖο ἀμύντορα ὑπὲρ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καθολικότητας ποὺ προσβάλλει τὸ σχίσμα, σὲ ἕνα μάρτυρα τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, (ἡ διαστροφὴ τῆς ὁποίας συνδέεται ἄμεσα μὲ ἐθνικιστικὲς τάσεις καὶ τροφοδοτεῖ τὸ αἴσθημα, τὴν αἵρεση θὰ πρέπει νὰ ποῦμε, τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ), σὲ ἕνα γνήσιο θεράποντα τοῦ διαλόγου καὶ τῆς καταλλαγῆς. Θερμότατες εὐχαριστίες ἀνήκουν στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κ. Ἱερώνυμο Β΄, τὸν Μητροπολίτη Μεσογαίας κ. Νικόλαο, Γλυφάδας κ. Παῦλο καὶ Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ ποὺ κατά ποικίλους τρόπους διευκόλυναν την παραμονή του Σεβασμιωτάτου στὴν Ἑλλάδα.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος κ. Ἰωάννης ζώντας τὴν τραυματικὴ ἐμπειρία τοῦ Σχίσματος τῆς αὐτονομαζομένης «Μακεδονικῆς Ἐκκλησίας», ποὺ ὡς σχισματικὴ δὲν ἀναγνωρίζεται ὡς κανονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπὸ οὐδεμία ἀπὸ τὶς ἄλλες συνολικά 14, δὲν ἀρκεῖται στὶς μελέτες του νὰ ἐπισημάνει τὰ αἴτια ἢ τὶς σωτηριολογικὲς ὀδυνηρὲς συνέπειες τῆς ἀποκοπῆς ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, ἀλλὰ προβάλλει τὴ δυναμικὴ τοῦ ὀλισθήματος, τὸ ὁποῖο ἐπιζητώντας τὴν αὐτοδικαίωσή του μετατρέπεται σὲ αἵρεση. «Εἶναι ἱστορικὸ γεγονός», σημειώνει, «ὅτι πολλὰ ἀπὸ τὰ σχίσματα, τὰ ὁποῖα συνεχίστηκαν γιὰ μεγάλα χρονικὰ διαστήματα μετετράπησαν σὲ αἵρεση». Γι᾽ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ἤδη ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κυπριανὸ Καρθαγένης, οἱ σχισματικοὶ ταυτίζονται μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἰσχύει σὲ κάθε περίπτωση αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔχει ἐπισημάνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Διὰ τοῦτο λέγω καὶ διαμαρτύρομαι, ὅτι τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν, τὸ τὴν Ἐκκλησίαν σχίσαι, οὐχ ἔλαττόν ἐστι κακόν». Ἡ ἀπομόνωση καὶ ἡ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν καθολικότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος συντελεῖ στὴν ἄμβλυνση τῶν κριτηρίων καὶ τὴν ἀποστέρηση τῆς δυνατότητας ἀληθινῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως. Καταδεικνύεται πολὺ δύσκολο, ἂν ὄχι ἀδύνατο, νὰ βιωθεῖ καὶ νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ αὐθεντικότητα τῆς πίστης μέσα σὲ μιὰ κατάσταση ἀπομόνωσης καὶ ἀκοινωνησίας. Οἱ ἀπομονούμενοι ἀδυνατοῦν νὰ μετέχουν καὶ νὰ τρέφωνται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς καθολικότητας καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ διαλύονται στὴν αὐτάρκειά τους. Τί εἶναι κατὰ συνέπεια τὸ Σχίσμα; Γιὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀχρίδος τὸ σχίσμα εἶναι ἐν τέλει καὶ στὴν οὐσία του προσβολὴ τῆς Καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας.

Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος δὲ διαβλέπει προσβολὴ τῆς καθολικότητας μόνο στὴν περίπτωση τῶν σχισμάτων. Σημειώνει: «Ἡ δημιουργία τῶν ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν τὸ 19ο αἰῶνα ἐν πολλοῖς διατάραξε τὴν ἀρχὴ τῆς καθολικότητας». Ἦταν τότε ποὺ ἄρχισε νὰ θεωρεῖται αὐτονόητο ὁ περιορισμὸς τῆς συνοδικότητας στὰ σύνορα ἑνὸς κράτους καὶ στὰ πλαίσια μιᾶς συγκεκριμένης ἐθνικῆς Ἐκκλησίας. Ἐκκλησίες ὀργανωμένες καὶ περιορισμένες στὸ ἔδαφος ἑνὸς κράτους ἄρχισαν νὰ θεωροῦν ἑαυτὲς αὐτάρκεις καὶ νὰ λειτουργοῦν αὐτόνομα, ἂν ὄχι ἐχθρικὰ ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλη. Ἀντιτιθέμενος συνειδητὰ στὸ πνεῦμα τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, δὲν ἐπισημαίνει μόνο τὴ δυσκολία σύγκλησης μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλὰ ἐπισημαίνει μὲ ἔμφαση, σήμερα θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε προφητικά, τὰ ἑξῆς: «Ἀκόμα πιὸ ἐπικίνδυνη ἐκκλησιολογικὴ ὑπονόμευση συνιστᾶ τὸ γεγονὸς κάποιες τοπικὲς Ἐκκλησίες… νὰ ἀρνοῦνται αὐθαίρετα νὰ συμμετέχουν σὲ μιὰ εὑρύτερη Σύνοδο Ἐπισκόπων χωρὶς νὰ ἔχει σημασία, γιὰ ποιὸ λόγο τὸ κάνουν αὐτό. Σήμερα αὐτὸ συμβαίνει γιὰ λόγους ἐθνοφυλετισμοῦ». Ὑπάρχει σήμερα καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀποξένωση στὴν πράξη, παρὰ τὴν ὁμολογία τῆς κοινῆς πίστης στὴ θεωρία, ὁδήγησε στὴν ἀτροφία τῆς Συνοδικότητας καὶ τῆς συνοδικῆς συνειδήσεως; Ἦταν δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος μὲ τὴν ὡριμότητα τῶν παραπάνω θεωρήσεων νὰ εἶναι ἐντεταγμένος σὲ μιὰ σχισματικὴ Ἐκκλησία;

Παρὰ ὅμως τὸ προσωπικὸ μαρτυρικὸ κόστος τῶν θεωρήσεων αὐτῶν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος παραμένει ἀκόμα κήρυκας τοῦ διαλόγου καὶ τῆς καταλλαγῆς. Ὁ διάλογος δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴ σχισματικὴ Ἐκκλησία τῆς γείτονος χώρας, ἀλλὰ συμπεριλαμβάνει τὸ διαχριστιανικό, καὶ ὄχι μόνο τὸ διαχριστιανικό, ἀλλὰ καὶ τὸ διαθρησκειακὸ διάλογο.

Τὶ εἴδους ὅμως διάλογο ὀφείλει νὰ διεξάγει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τοὺς ἑτεροδόξους; Εἶναι διάλογος ἀληθείας, ὅπου πρυτανεύει ἡ προσδοκία τῆς ἑνότητας στὴν ὀρθὴ πίστη; Εἶναι διάλογος ἀγάπης, στὸ ὄνομα τῆς ὁποίας παραθεωρεῖται ἡ ὁμολογία τῆς κοινῆς πίστης καὶ εἶναι ἀρκετὸς ἕνας ὁμολογιακὸς μινιμαλισμὸς ποὺ περιορίζεται στὴν ἀποδοχὴ τῆς θεότητας τῶν τριαδικῶν προσώπων καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ Χριστοῦ ὡς Σωτῆρος καὶ Λυτρωτοῦ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους; Εἶναι ταυτόχρονα διάλογος ἀγάπης καὶ ἀληθείας; Τὴ σκέψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου διατρέχει ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀληθινὴ πίστη καὶ ὑγιὲς φρόνημα, φοβεῖται πράγματι τὸ χωρισμό του ἀπὸ τὸ Θεό, δηλ. τὴν Κόλαση. Ὁ φόβος τῆς ἀκοινωνησίας μὲ τὸ Θεό, ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐγκράτεια τῶν παθῶν. Ἡ ἐγκράτεια ἀπὸ τὰ πάθη εἶναι ἡ θλιβερὴ καὶ στενὴ πύλη γιὰ τὴν ὁποία μᾶς μίλησε ὁ Χριστός. Ὅποιος ὑπομένει τὰ θλιβερά, τὸ κάνει ἔχοντας τὴν ἐλπίδα του στὸ Θεό, γιατὶ ἰσχύει ἡ πληροφορία τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη: «Κράτα τὴν ψυχή σου στὸν Ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι».

Ὅποιος ἔχει τὴν ἐλπίδα του στὸ Θεό, αὐτός «χωρίζει πάσης γηΐνης προσπαθείας τὸν νοῦν· ταύτης δὲ ὁ νοῦς χωρισθείς, ἕξει τὴν εἰς Θεὸν ἀγάπην». Κατὰ συνέπεια ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ ἀγάπη καὶ στὸ ὄνομα τῆς ἀγάπης δὲν μπορεῖ νὰ καταργεῖται ἡ πίστη. Ἡ πίστη, ἐπισημαίνει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος, εἶναι παράδοση καὶ ἡ παράδοση ἔχει συνέχεια. Ὅποιος εἰσάγει καινοτομίες στὴν πίστη, οἱ ὁποῖες ἀρνοῦνται αὐτὴ τὴ συνέχεια ἢ τὴν παράδοση, ἐνεργεῖ ἐνάντια στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ διάλογος τὸν ὁποῖο ὀφείλει σήμερα νὰ διεξάγει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ ἕνας διάλογος ἀληθείας ἐν ἀγάπῃ. Ἡ παρουσία της ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη φωτίζεται ἀπὸ δύο σημαντικὲς παραμέτρους: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὀφείλει ταυτόχρονα νὰ μεταφέρει τὸ μήνυμά της προσαρμοζόμενη στὶς σύγχρονες ἱκανότητες πρόσληψης τῶν ἀναγκῶν τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ἀπαντώντας στὰ σύγχρονα προβλήματά του, ἐπικαιροποιώντας τὸ πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ἀξιοποιώντας τὸ ὁπλοστάσιο καὶ τὴ φαρέτρα τῆς πατερικῆς Θεολογίας. Ἡ ὑπέρβαση τῆς διελκυνστίδας Παράδοσης καὶ ἀνανέωσης, ὅπου δὲ θὰ ἀγνοεῖται ἡ πρώτη καὶ ὅπου δὲ θὰ ἀπουσιάζει ἡ δεύτερη γιὰ τὸ σύγχρονο ἄνθρωπο, στὸ δικό του νέο κοσμοείδωλο, εἶναι ἡ πρόκληση τῆς σύγχρονης θεολογικῆς σκέψης στὸν οἰκουμενικὸ ὁρίζοντα καὶ στὸ διάλογο μὲ τὸν κόσμο. Ἐνῶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος χρησιδανείζεται καὶ πάλι τὴ σκέψη τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδεται καμιὰ εὐκαιρία στὴν κακοδοξία νὰ θριαμβεύει μέσα στὸ ψέμα της καὶ ὑπερτονίζει ὅτι «ἡ ἑνότητα δὲν μπορεῖ νὰ τεθεῖ ἐκτὸς τῆς ἀλήθειας τῆς ὀρθῆς πίστης». Χαρακτηρίζει ταυτόχρονα ὡς «ἀκραῖες» τὶς ἀπόψεις ὁρισμένων ὁμάδων, οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν σὲ ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ περιβάλλοντα καὶ τοποθετοῦνται ἐνάντια σὲ κάθε οἰκουμενικὸ διάλογο. Ἡ ἐσωστρέφεια λυμαίνεται τὸν οἰκουμενικὸ χαρακτῆρα τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος, ἐξάπτει τὸ φανατισμό, δημιουργεῖ κατὰ τὶς φράσεις τοῦ Ἁγ. Νεκταρίου, τὸν ζηλωτὴ τὸν οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν καὶ τὸν κήρυκα τοῦ μίσους.

Ἐντυπωσιάζει βεβαίως ἡ συγκριτικὴ θεώρηση στὰ ἔργα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ᾽Αχρίδος κειμένων ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὶς διαχριστιανικὲς σχέσεις, ὅπως π.χ. τὸ Σύνταγμα Lumen Gentium τῆς Β´ Βατικανῆς, ἡ παπικὴ Ἐγκύκλιος «Ut Unum Sint», ἡ Declaratio Dominus Jesus, ἡ θετικὴ ἀξιολόγηση τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας (2007) κ.λ.π., ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἐκπλήσσει εἶναι ἡ ἐνασχόλησή του μὲ τὴν προβληματικὴ τῆς θεολογίας τῶν θρησκειῶν, ποὺ ἔχει ὡς πρώτιστο καὶ κύριο ἀντικείμενο τὴν ἀξιολόγηση τῆς σωτηριολογικῆς δυνατότητας τῶν ἄλλων θρησκειῶν. Χωρὶς βεβαίως νὰ ὑπεισέρχεται σὲ λεπτομερὴ ἀνάλυση τῶν σχετικῶν θεολογικῶν ἀπόψεων ὁ σήμερον τιμώμενος γνωρίζει νὰ ἀξιολογεῖ τόσο τὴ φράση τοῦ Hans Küng. «Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει εἰρήνη μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, χωρὶς εἰρήνη μεταξὺ τῶν θρησκειῶν», ὅσο καὶ τὶς τρεῖς βασικὲς σχετικὲς θεωρίες ποὺ προβάλλουν, ἡ μὲν ἀποκλειστικὴ τὸ ἐκκλησιοκεντρικό της κριτήριο, ἡ ἐμπεριεκτική, ἕνα χριστοκεντρικὸ κριτήριο καὶ ὁ θρησκευτικὸς πλουραλισμός, τὸ θεοκεντρικὸ κριτήριο. Ἡ Ἐκκλησιοκεντρικὴ θεώρηση θεωρεῖ τὴ Χριστιανικὴ ἀποκάλυψη ὡς τὴ μόνη ἀλήθεια, τὶς ὑπόλοιπες δὲ θρησκεῖες ὡς πλάνη. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ φράση τοῦ Karl Barth: «Ἡ Θρησκεία εἶναι ἀπιστία («Ungraube»). Ἡ Θρησκεία εἶναι τὸ γεγονός, χωρὶς Θεό». Παρὰ τὴν ἀπολυτότητα τῆς διατύπωσης, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος δὲν ὁδηγεῖται μὲ βεβαιότητα στὴν ἀποδοχή της, γιατὶ κάτι τέτοιο σωτηριολογικὰ θὰ ἦταν ἄρνηση τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρνηση τῆς οἰκουμενικῆς βούλησης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἔτσι ἡ σκέψη του θεωρεῖ θετικὰ καὶ τὴ χριστοκεντρικὴ θεώρηση, ἡ ὁποία ὅπως σημειώνει, γίνεται ἀποδεκτὴ καὶ ἀπὸ Ὀρθοδόξους, Θεολόγους, κάτι ποὺ εἶναι ἀληθές, ἐὰν π.χ. λάβει κανεὶς ὑπ᾽ ὄψιν τὴ σχετικὴ ἄποψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων καὶ Πάσης Ἀλβανίας Ἀναστασίου καὶ τοῦ Μητροπολίτου τοῦ Ὄρους Λιβάνου ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας Γεωργίου Khodre. Οἱ θρησκεῖες εἶναι μιὰ σύνθεση ἀληθείας καὶ πλάνης, ὁ Χριστὸς ὅμως εἶναι τὸ κέντρο στὸ ὁποῖο φτάνει κάποιος μέσῳ διαφορετικῶν ὁδῶν. Καὶ κυρίως: Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς Σωτήρας ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Ἐκεῖ ποὺ ἡ συνείδηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος ἐπαναστατεῖ εἶναι στὴ ἀποδοχὴ τοῦ θεοκεντρικοῦ κριτηρίου ποὺ θὰ ἰσοπέδωνε ὅλες τὶς θρησκεῖες ποὺ θεωρεῖ ὅλες τὶς θρησκεῖες ὡς ἀνθρώπινες ἀπαντήσεις στὴ μία καὶ μοναδικὴ θεία πραγματικότητα καὶ οἱ ὁποῖες διαμορφώθηκαν σὲ διαφορετικὲς ἱστορικὲς καὶ πολιτισμικὲς ἐμπειρίες. Τότε, οἱ θρησκεῖες δὲ θὰ ἦταν παρὰ διαφορετικὰ μονοπάτια −κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Raimond Pannikar− ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἴδια κορυφή, ποὺ εἶναι ὁ Θεός. Ποιὰ εἶναι ἡ γενικὴ ἀπάντηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος ἀπέναντι στὸ διαθρησκειακὸ Οἰκουμενισμό: «Ἕνας σχετικοποιημένος Οἰκουμενισμὸς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν περὶ Οἰκουμενισμοῦ ἀντίληψη ποὺ ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι. Ὁ Οἰκουμενισμὸς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς ἀλήθειας, ὄχι ὁ συμβιβασμὸς χάριν τῆς ἐπίτευξης «ὑψηλῶν» στόχων. Ἐὰν τεθεῖ ὁποιοσδήποτε ἄλλος στόχος πέραν τῆς ἀλήθειας, τότε αὐτὸς ὁ στόχος ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἀποτελεῖ ἀστοχία. Ἡ εἰρήνη στὸν κόσμο εἶναι πράγματι σημαντικὴ ὑπόθεση… Εἶναι ὅμως ἀπαράδεκτο νὰ συντελεῖται συμβιβασμὸς μὲ τὴν ἀλήθεια γιὰ ὁποιαδήποτε εἰρήνη, ποὺ χωρὶς τὴν ἀλήθεια θὰ ἦταν βραχύβια καὶ οὐσιαστικὰ ἀνέφικτη».

Μεστὸς καὶ ὥριμος στὴ θεολογική του σκέψη καὶ συγκρότηση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος πλήρωσε τὸ τίμημα τῆς ἀλήθειας ποὺ ἐξέφρασε μὲ παρρησία πρὸς πᾶσα κατεύθυνση. Ἡ κατάληξη τοῦ διωγμοῦ, τοῦ ἐξευτελισμοῦ, τῆς ἐξορίας καὶ τῆς τρομοκρατίας ἦταν το δεσμωτήριο τῆς φυλακῆς. Μετὰ τὴν ἀθέτηση τῆς συμφωνίας ποὺ εἶχε ἐπιτευχθεῖ στὴν Σερβικὴ πόλη Niss τὸ 2002 μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος ἀρνήθηκε τὴ συνεργασία μὲ τὴν αὐτοονομαζόμενη «Μακεδονική» Ἐκκλησία ποὺ ὑπετάχθη μὲ προφανῆ τὴ διαστρέβλωση τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, στὶς ἐθνικιστικὲς ἐπιδιώξεις τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, ἀναγνωρίζοντας ὡς κανονικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ στὸ ἔδαφος τῆς Πρώην Γιουγκοσλαβικῆς Δημοκρατίας τῆς Μακεδονίας, τὸ Πατριαρχεῖο Σερβίας.

Πῶς νοιώθει ὅμως ἕνας ἱεράρχης πίσω ἀπὸ τὰ κάγκελα τῆς φυλακῆς. Ὁ ἴδιος ἀπαντᾶ: «Δὲν θὰ ἤμουν εἰλικρινὴς ἂν ἔλεγα ὅτι στὶς δύσκολες αὐτὲς στιγμὲς δὲν ἔχω αἰσθανθεῖ ἀδυναμία. Ἀλλά, ὅταν φυσάει δυνατὸς ὁ ἄνεμος, καλύτερα νὰ βρεῖς καταφύγιο… Ἡ ὑπομονὴ εἶναι τὸ φάρμακο σὲ τέτοιες περιπτώσεις. Ἀκριβῶς γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ ὑπομονὴ συγκαταλέγεται στὶς ὑψηλότερες ἀρετές».

Πῶς μποροῦσε νὰ μὴ νοιώθει τὴ στέρηση τοῦ ποιμνίου του ποὺ ἔβλεπε τὰ συνεχῆ χτυπήματα στὸν Ποιμενάρχη του, μὲ σκοπὸ τὴ διάλυσή του; Οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἦταν ἡ παραμυθία στὴν πολυετῆ δοκιμασία: «Εἶμαι πραγματικὰ βέβαιος πὼς οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἄλλες οὐράνιες δυνάμεις, οὔτε παρόντα, οὔτε μέλλοντα, οὔτε κάτι ἄλλο εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὸν ᾅδη, οὔτε κανένα ἄλλο δημιούργημα θὰ μπορέσουν ποτὲ νὰ μᾶς χωρίσουν, ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς, ὅπως αὐτὴ φανερώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας».

Ρωτήθηκε σὲ μιά του συνέντευξη, ποιά ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ τοὺς πειρασμοὺς στὰ τελευταῖα 15 χρόνια τῶν διωγμῶν, ἦταν γι᾽ αὐτὸν ποιὸ δύσκολη. Ἀπάντησε: «Ἐὰν ἔπρεπε νὰ προσπαθήσω νὰ θυμηθῶ, δὲ θὰ μποροῦσα νὰ τὸ κάνω χωρὶς δάκρυα στὰ μάτια μου καὶ χωρὶς πόνο στὰ στήθη μου. Δὲν ξέρω ἂν ἦταν, ὅταν ὁ προϊστάμενος τῶν φυλακῶν μὲ ὁπλισμένο πιστόλι, βίαια μὲ ἔβγαλε ἀπὸ τὴ Μητρόπολη τὸ 2002 ἢ ὅταν γκρέμισαν μιὰ ἤδη χτισμένη Ἐκκλησία τὸ 2004. Ἂν ἦταν, ὅταν ἔνοπλοι μασκοφόροι ὑποστηριζόμενοι ἀπὸ τὶς μυστικὲς ὑπηρεσίες τοῦ κράτους μπῆκαν στὸ σπίτι τῶν γονέων μου τὸ 2004 ἢ ὅταν μοῦ ἔβγαλαν τὸ ράσο τὸ 2005, συζητώντας μεταξύ τους, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ μοῦ κόψουν τὰ μαλλιὰ καὶ νὰ μὲ ξυρίσουν. Ὅταν, κατάσχεσαν ἄδικα καὶ παράνομα τὴν ἐκκλησιαστική μας περιουσία ἢ ὅταν καταδίκασαν σὲ φυλάκιση μὲ ἀναστολὴ 18 μέλη τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδας… Ἐὰν πρέπει νὰ ξεχωρίσω ἕνα πειρασμό, δεν θὰ ξεχάσω τὴν πίεση ποὺ μοῦ ἄσκησαν μὲ διαφορετικοὺς τρόπους στὴ φυλακή, νὰ ἐγκαταλείψω τὸ ἔδαφος τῆς Π.Γ.Δ.Μ μὲ τὸ δόλωμα τῆς ἄμεσης ἀποφυλάκισής μου. Νομίζω ὅτι μέσα στὴν ἔνταση, αὐτὸς ἦταν ὁ μεγαλύτερος πειρασμός… Σπάνια σὲ κάποιο φυλακισμένο νὰ δοθεῖ μιὰ τέτοια εὐκαιρία, ἀλλά, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, σπάνια κάποιος νὰ ἔχει τόσες πολλὲς αἰτίες νὰ ἀπορρίψει τὴν πρόταση, ὅπως τὸ ἔκανα ἐγώ. Αὐτοὶ ποὺ μοῦ τὸ πρότειναν παρείδαν ὅτι ἐγὼ δὲν ἀποφασίζω μόνο γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι πρὸς προσωπικό μου ὄφελος, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ τὴν Ἐκκλησία».

Καὶ ἕνα τελευταῖο ἐρώτημα: Τί ἔνοιωσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος γιὰ τοὺς διώκτες του, ὀργή, ἐπιθυμία γιὰ ἐκδίκηση, μίσος; Ὁ ἴδιος ἀπαντᾶ: «Νὰ μὴν ἐκδικηθεῖς γιὰ τὴν κακοποίηση εἶναι στὴν οὐσία ἄσκηση, ἀγώνας καὶ χρειάζεται κόπος… Ἐὰν θὰ πρέπει νὰ πῶ τώρα μὲ μιὰ λέξη, ἂν νίκησα σὲ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, ταπεινὰ καὶ μὲ εὐπρέπεια ἀπαντῶ πῶς δὲν ξέρω, ἀλλὰ μᾶλλον ὄχι ἀκόμα ἐντελῶς. Θὰ ἤμουν ὑποκριτής, ἂν ἔλεγα ὅτι τοὺς ἀγαπῶ χωρὶς ὅρια καὶ ὡς ἀδελφούς… Ὁ Θεὸς νὰ εἶναι βοηθός μου νὰ μὴν ὑποκύπτω στὰ ἀνθρώπινα, ἐπειδὴ χωρὶς τὴ νίκη αὐτή, ὅλη ἡ ἄδικη ταλαιπωρία τὴν ὁποία ὑπέφερα, θὰ εἶναι μάταια».

Σεβασμιώτατε!
Μὲ βαθὺ τὸ σεβασμὸ στὸ πρόσωπό σας εὐχόμεθα ὁ Θεὸς νὰ σᾶς ἐνισχύει σὲ κάθε πειρασμὸ τῆς ζωῆς σας. Ἀντιταχτήκατε μὲ παρρησία στὴν ἀντικανονικότητα. Ἀνήκετε στὴν ἱεραρχία τῆς Ἀδελφῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς μέλος αὐτῆς, ἐσεῖς ἤσασταν παρὼν καὶ συμμετείχατε δημιουργικὰ στὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ποὺ συνῆλθε ὑπό τὴν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στὴν Κρήτη. Ἀπέναντι στὰ «ἀλαλάζοντα κύμβαλα» κάνατε τὴ θεωρία πράξη παραμένοντας μαχητής. Δὲν θελήσατε νὰ ἀνταλλάξετε τὶς πεποιθήσεις σας, καταστάλαγμα τῆς παιδείας σας καὶ τὶς διώξεις μὲ τὸ βόλεμα, τὶς ἀνέσεις, τὴν παραβίαση τῆς συνειδήσεώς σας. Δώσατε μὲ ἀνυπολόγιστο κόστος, ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀλήθεια, τὴν κανονικότητα, τὴ δικαιοσύνη, τὴν ἐλευθερία. Μὲ θώρακα τὴν Ὀρθόδοξη πίστη σας καὶ τὴν ἑλληνική σας παιδεία, παραμείνατε πάντα στὶς ἐπάλξεις ὡς ἀπόστολος τῆς εἰρήνης καὶ τῆς καταλλαγῆς. «Ἀπόκειται ὑμῖν ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος!».

Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.

Κείμενα από την συντακτική ομάδα του orthodoxia.info με πληροφορίες από άλλα sites και άλλες δημοσιεύσεις