Το βιβλίο αυτό υπό τον τίτλο «Κώδικας Νομοκανονικός. Ιεροί Κανόνες – Βυζαντινό Δίκαιο – Κανονικά Παραπτώματα», συνιστά την νεότερη και πλέον πρόσφατη νομοκανονική συλλογή, και έχει ως στόχο την όσο το δυνατόν μέγιστη διευκόλυνση των ερευνητών κυρίως του Κανονικού Δικαίου και του Εκκλησιαστικού Δικαίου.

ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΟΣ | Αναστασιου ΒαβουσκουΟ στόχος αυτός αποτέλεσε και τον οδηγό για την διαίρεση και την κατανομή της ύλης του βιβλίου αυτού σε τρία Μέρη.

Το πρώτο Μέρος χωρίζεται σε δύο τμήματα.

Στο πρώτο τμήμα παρατίθενται οι ιεροί κανόνες αναλόγως της πηγής θεσπίσεως αυτών και της αυθεντίας της πηγής αυτής. Για το λόγο αυτόν προηγούνται οι κανόνες των Οικουμενικών συνόδων, έπονται των Τοπικών συνόδων και των Πατέρων της Εκκλησίας και την παράθεση συμπληρώνει η συλλογή των Αποστολικών Κανόνων.

Στο δεύτερο τμήμα παρατίθεται Ευρετήριο, το οποίο λειτουργεί τόσο επί αλφαβητικής βάσεως όσο και επί λημματικής βάσεως, παραπέμπει δε για κάθε όρο ή λήμμα στον αντίστοιχο κανόνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ερευνητής έχει τη δυνατότητα να ανεύρει αυτό που ζητεί, ανεξαρτήτως αν σημείο εκκινήσεως της έρευνάς του είναι κάποιος συγκεκριμένος ιερός κανόνας ή κάποιος όρος του Κανονικού Δικαίου είτε κάποιο θέμα (λήμμα) αυτού.

Το δεύτερο Μέρος είναι αφιερωμένο στους νόμους του Βυζαντινού κράτους με αντικείμενο θέματα εκκλησιαστικής φύσεως. Ούτως, στο πρώτο τμήμα παρατίθενται τα κείμενα των νομικών ρυθμίσεων, διαιρούμενα με κριτήριο τον χαρακτήρα αυτών ως κωδικοποιημένων ή μεμονωμένων νομοθετικών πρωτοβουλιών και αμφότερες κατά χρονολογική σειρά, με κριτήριο για μεν τις νομοθετικές κωδικοποιήσεις τον χρόνο εκδόσεως των, για δε τις μεμονωμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες τον αυτοκράτορα που τις εξέδωσε.

Στο δεύτερο τμήμα – κατ’ αναλογίαν προς το αντίστοιχο του Πρώτου Μέρους – παρατίθεται επίσης Ευρετήριο αλφαβητικό – λημματικό, με κριτήριο τα θέματα που ρυθμίζονται στις παρατιθέμενες νομικές διατάξεις. Κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι ως προς τις μεμονωμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες των αυτοκρατόρων κριτήριο επιλογής αποτέλεσε η ρύθμιση σε αυτές θεσμικών ζητημάτων (π.χ,μοναχισμός) και όχι ατομικού – ειδικού χαρακτήρα (π.χ. προνόμια κάποιας Μητροπόλεως), με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις οι οποίες κρίθηκε ότι συνιστούν θεσμό εντός της Εκκλησίας και γι’ αυτόν τον λόγο απολαμβάνουν γενικοτέρου ενδιαφέροντος (π.χ. Μονή Πάτμου, Μονή Σινά).

Τέλος, το τρίτο Μέρος συνιστά μια κωδικοποιητική καταγραφή των κανονικών παραπτωμάτων, με ταυτόχρονη επισήμανση σε κάθε παραβατική πράξη της σχετικής κανονικής διατάξεως, του αυτουργού, της προβλεπομένης ποινής και της επιβαρυντικής τυχόν περιπτώσεως, η αναλυτική δε αυτή καταγραφή γίνεται για πρώτη φορά.

Τα παρατιθέμενα κανονικά παραπτώματα παρουσιάζονται διαιρούμενα σε τρεις βασικές κατηγορίες, σε παραπτώματα δογματικής, κανονικής και ηθικής τάξεως, με επιμέρους διακρίσεις αναλόγως του αντικειμένου εκάστου παραπτώματος.

Πρόκειται ουσιαστικώς για τον Παραβατικό Κώδικα της Εκκλησίας, εργαλείο αρκετά σημαντικό όχι μόνο για την έρευνα και μελέτη του Κανονικού Δικαίου αλλά και για εκείνα τα μέλη της Εκκλησίας, που στελεχώνουν τον θεσμό της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης είτε από τη θέση του ανακριτή είτε από τη θέση του δικαστή.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μέθεξις»