Βρισκόμεθα στὴν ἀναστάσιμη περίοδο, τέταρτη Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα καὶ ἀξίζει νὰ προσεγγίσουμε τὸ τῆς ἡμέρας Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον, τὸ Ε΄ἀπὸ τὰ 11 Ἑωθινὰ Εὐαγγέλια. Ἄλλωστε ὅλα ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀνάσταση.

Πρόκειται γιὰ μία θαυμάσια περιγραφὴ τῆς πορείας πρὸς Ἐμμαοὺς ποὺ μᾶς τὴν διασώζει μόνον ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ Εὐαγγέλιό του.

Δύο μαθητές, τὴν ἴδια ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καὶ αὐτοὶ ἦσαν οἱ Λουκᾶς καὶ Κλεόπας, πορεύονται πρὸς τὴν κώμη Ἐμμαούς, ἡ ὁποία ἀπέχει 11 περίπου χιλιόμετρα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τυγχάνουν σκυθρωποὶ καὶ λυπημένοι γιὰ τὴν Σταύρωση καὶ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ συνομιλοῦντες μὲ δέος καὶ φόβο. Τότε τοὺς πλησιάζει ὁ Ἀναστὰς Κύριος καὶ «συνεπορεύετο αὐτοῖς», χωρὶς νὰ Τὸν καταλάβουν ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ἀφοῦ οἱ «ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν» (Λκ. 24, 16).

Ὁ Χριστὸς στὴ συνοδοιπορία αὐτὴ τοὺς ἔλυσε τὶς ἀπορίες τους γιὰ τὸ πρόσωπό Του, τοὺς ἑρμήνευσε τὰς Γραφὰς καὶ ὅταν πλησίασαν στὸ χωρίο Ἐμμαοὐς ὁ Χριστὸς φάνηκε ὅτι θὰ προχωροῦσε μακρύτερα. Αὐτοὶ ὅμως ἐπίμονα Τὸν παρεκάλεσαν καὶ τοῦ εἶπαν: «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα». Μεῖνε μαζί μας, διότι πλησιάζει τὸ ἑσπέρας καὶ ὁ ἥλιος ἔχει προχωρήσει πρὸς τὴ δύση. Ἀρχίζει νὰ βραδυάζει καὶ σὲ παρακαλοῦμε μεῖνε μαζί μας. Καὶ ὁ Κύριος εἰσῆλθε στὴν οἰκία ἐκεῖ στὸ χωρίο Ἐμμαούς. Ὅταν τότε παρεκάθησε στὴν τράπεζα, ἔλαβε τὸν ἄρτο, τὸν εὐλόγησε, τὸν τεμάχισε καὶ τὸν μοίρασε στοὺς δύο αὐτοὺς συνοδοιπόρους του. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴ ἐκείνη μὲ θεῖο φωτισμὸ ἄνοιξαν τὰ μάτια τους καὶ ἀνεγνώρισαν ἀμέσως τὸν Διδάσκαλο. «Ἐπέγνωσαν αὐτόν». Ὡστόσο ὁ Ἀναστὰς Κύριος «ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν».

Τότε εἶπαν μεταξύ τους: «Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;»! (Λκ. 24, 32) Ἀλήθεια, δὲν φλογιζόταν ἡ καρδιά μας ἀπὸ θεῖο ἐνθουσιασμό, καθὼς μᾶς μιλοῦσε στὸν δρόμο, καὶ μᾶς φανέρωνε τὰ νοήματα τῶν Γραφῶν;

Ἡ καρδία τους ἦταν καιομένη. Ναί, καιομένη καρδία.

Μία καταπληκτικὴ ἔκφραση! Ἀξίζει νὰ μείνουμε περισσότερο σ’ αὐτὴ τὴ φράση καὶ νὰ εἰσέλθουμε στὸ βάθος τῆς ἐννοίας της.

Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἡ λέξη «καρδία» ὑπενθυμίζει τὸ μυϊκὸ ἐκεῖνο ὄργανο τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος μὲ τὸ ὁποῖο ρυθμίζεται ἡ κυκλοφορία τοῦ αἵματος.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται ἀμεσώτερον πρὸς τὴν ζωήν, δεδομένου ὅτι ὁ παλμὸς τῆς καρδιᾶς μαρτυρεῖ περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς ζωῆς στὸ σῶμα.

Ἀλλὰ ἡ καρδία κατὰ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία σημαίνει κάτι ἄλλο. Δηλώνει τὸν «ἔσω ἄνθρωπο».
Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ συγχέεται ἢ νὰ ταυτίζεται ἡ καρδιὰ μὲ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Διὰ μὲν τῆς λέξεως «καρδία» ὡς ἀνθρωπολογικὸς τεχνικὸς ὅρος δηλοῦνται οἱ ἐπιμέρους ψυχικὲς ἰδιότητες καὶ λειτουργίες καὶ διὰ τῆς λέξεως «ψυχή» ὁ ὅλος ψυχικὸς κόσμος, τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου, ἡ καθόλου ἀνθρωπίνη ὕπαρξη. Ἡ καρδία εἶναι λοιπὸν ἡ ἕδρα τῶν συναισθημάτων. Εἶναι ἡ τῆς ψυχῆς διάθεσις, τὸ φρόνημα.

Ἔτσι ἡ καρδία λυπεῖται, δειλιάζει, πτοεῖται, τήκεται, φοβεῖται, ταράσσεται, συντρίβεται, κατανύσσεται, βοᾶ, εὐφραίνεται, χαίρει, τέρπεται, ἀγαθύνεται, κραταιοῦται. Εἶναι ἀκόμη ἕδρα ἐπιθυμιῶν. Ἔτσι ἔχουμε αἴτημα καρδίας, ἐπιθυμία, προαίρεσις, προθυμία καρδίας. Εἶναι ἀκόμη ἕδρα τῶν διανοητικῶν λειτουργιῶν. Ἔτσι ἡ καρδία γινώσκει, νοεῖ, λογίζεται, μελετᾶ, προσέχει, ὁδηγεῖ. Ἀλλὰ καὶ ἕδρα θρησκευτικῶν βιωμάτων. Ἔτσι ἡ καρδία βοᾶ πρὸς Κύριον, ἀγάλλεται, ἐλπίζει, ἐκζητεῖ, ἀγαπᾶ Κύριον.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπάρχουν καὶ στὸ καθημερινὸ λεξιλόγιο τῶν ἀνθρώπων πολλὲς ἐκφράσεις μὲ τὴ λέξη καρδιά. Λέγομεν: χρυσὴ καρδιά ἀλλὰ καὶ μαύρη καρδιά, ἀγκάθι στὴν καρδιά, ἔξω καρδιά, ἐλαφρὰ τῇ καρδίᾳ, μὲ τὸ χέρι στὴν καρδιά, ἐκ βάθους καρδίας, τρέμει ἡ καρδιά μου, ἀνοίγω τὴν καρδιά μου καὶ πολλὲς ἄλλες ἐκφράσεις. Ἡ Σοφία Σειρὰχ λέγει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωκε στοὺς ἀνθρώπους «καρδίαν διανοεῖσθαι» (Σοφ. Σειρὰχ 17, 6).

Ἔπειτα ἡ «εὑρύτητα τῆς καρδίας» (Γ΄ Βασιλ. 5, 9) δηλώνει τὴν ἔκταση τῆς γνώσεως καὶ ἡ ἔκφραση «δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν» (Παροιμ. 23, 26) σημαίνει δῶσε μου τὴν προσοχή σου, γίνου δικός μου καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀφοσιωμένος σὲ ἐμένα καὶ μόνον.

Ὑπάρχει βεβαίως καὶ ἡ καρδία ἡ ἐσκληρυμμένη, ἡ ἀσύνετος, ἡ ἀμετανόητος, ἡ ἀπειθὴς καὶ ἀνήκοος(ἀνυπάκουος), πεπλανημένη, ἄφρων, ἡ λιθίνη καρδία, ἡ πεπωρωμένη καρδία.

Στὴν ὅλη βιβλικὴ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ πηγὴ τῆς συνειδητῆς σκεπτόμενης καὶ ἐλεύθερης προσωπικότητος. Εἶναι ὁ πνευματικὸς χῶρος τῶν ἀγώνων καὶ τῶν ἀποφάσεων. Εἶναι ἡ παλαίστρα τοῦ πονηροῦ καὶ τοῦ ἀγαθοῦ. Εἶναι κέντρο «ὑπερφυσικό» ἀλλὰ καὶ «παραφυσικό». Τυγχάνει «ἐργαστήριον» τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ καὶ τῆς ἀδικίας, τῆς χάριτος ἀλλὰ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Τὸ Εὐαγγέλιον θὰ μᾶς πεῖ ὅτι «ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι», (Ματθ. 15, 18) αὐτὰ ποὺ μολύνουν τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας προσφέρεται τὸ ἀγαθόν (Λκ. 6, 45).

Ἡ καρδία, λοιπόν, εἶναι ὁ πνευματικὸς χῶρος, ὅπου τελικὰ ὁ ἄνθρωπος συναντᾶ ταὸν Θεό. Εἶναι ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος (Α΄ Πετρ. 3, 4) Καὶ ὁ Θεὸς ἐξετάζει, «δοκιμάζει» τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ὁ «ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμ. 7, 10). Εἶναι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει κατὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Δηλ. ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πλέον ἀπόκρυφα βάθη τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀποδίδει δικαιοσύνη.

Ἰσχύει ἐν προκειμένῳ ὁ προφητικὸς λόγος «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ…ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ» (Ἡσ. 29, 13).

Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν τιμωρία, τὴν καταδίκη καὶ καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο καὶ ἂν ἔχει ἁμαρτήσει καὶ ἀπομακρυνθεῖ ἀπ’ Αὐτὸν καὶ ἔχει ἐσκοτισθεῖ ἡ ἀσύνετος καρδία, τόσο τὸ πῦρ τοῦ Θεοῦ στὴν πραγματικότητα εἶναι πῦρ ἀγάπης καὶ ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγάπη Του ἔρχεται καὶ φέρει τὴν ἐσωτερικὴ ἀνακαίνιση, τὴν ἀγαλλίαση καὶ εὐφροσύνη στὴν καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Ἔρχεται ὁ Χριστὸς καὶ τὴν στερεώνει τὴν καρδία «ἕως οὗ ἡμέρα διαυγάσῃ καὶ φωσφόρος ἀνατείλει ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν». (Β΄ Πετρ. 1, 19).

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ὁμιλεῖ γιὰ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν «ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου» (Ματθ. 22, 37), γιὰ δεκτικότητα τοῦ θείου λόγου «ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ» (Λκ. 8, 15) μὲ ὑπόσχεση, ἀκριβῶς, τὴν θέαση τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν μακαρισμὸν «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8).

Ἀπαιτεῖται βεβαίως ἀπὸ τὸν πιστὸ ἀνάβαση στὸ «ὑπερῷον» ἐν τῇ καρδίᾳ, πνευματικὲς ἀναβάσεις, καθαρότητα καρδίας, «καρδιακὴ προσευχή», «καρδία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη», πραγμάτωση τοῦ «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» στὸ διαρκὲς παρόν. Τότε ἔχουμε τὸν Χριστὸ «κατοικοῦντα καὶ μένοντα ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» καὶ Αὐτὸς χαρίζει ὄντως τὴν «καιομένη καρδία», ὡς αἰσθάνθηκαν οἱ δύο ἐκεῖνοι μαθητὲς εἰς Ἐμμαούς, καὶ φέρει τὴν θεία χάρι. Ὁ Ἀναστὰς Κύριος πληροῖ τὸ εἶναι μας μὲ θεϊκὲς ἐμπειρίες.

Ἀλήθεια ἔχουμε τέτοιες θεϊκὲς ἐμπειρίες; Ἂν ὄχι, νὰ ἀποκτήσουμε. Καὶ ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος τῆς αὐθεντικῆς ἐμπειρίας τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Πόσο ὑπέροχα ἠχοῦν στὰ ὦτα μας τὰ λόγια τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Θεέ μου, ἀργὰ σὲ ἀγάπησα. Καὶ ἐσεῖ ἤσουν μέσα στὴν καρδιά μου καὶ ἐγὼ ἤμουν στραμμένος στὰ ἔξω καὶ ἐκεῖ σὲ ἀναζητοῦσα». Ἀλλὰ καὶ στὸ ἐρώτημα: Πῶς θὰ σωθῶ, ἰδοὺ ἡ σοφὴ ἀπόκριση τοῦ θεοφόρου ἀββᾶ τῆς ἐρἠμου. «Εἰ ἔχεις καρδίαν, δύνασαι σωθῆναι».

Ἄραγε στὸ ὁδοιπορικὸ τῆς πνευματικῆς ἐρήμου τῆς ἐποχῆς μας μπορεῖ νὰ ἰσχύσει αὐτό; Ναί, ὑπάρχει ἡ δυνατότητα. Ὄχι λιθίνη καρδία, ἀλλὰ «καιομένη καρδία» ἐν τῇ ὁδῷ μὲ τὸν Ἀναστάντα.-

τοῦ ἀρχιμανδρίτη Χρυσοστόμου Κ. Παπαθανασίου, Ἱεροκήρυκος Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν